« ΕΔΩ Σ’ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΡΟΥΓΑ …»!

Γραφει ο Λουης Σερεμετης


Στο χωριό τα απογεύματα, μόλις ο ήλιος έγερνε πίσω από το βουνό και άρχιζε να δροσίζει, οι άντρες τράβαγαν για την αγορά, τα καφενεία και τις ταβέρνες, και οι γυναίκες ξεκινούσαν για την «βραδινή έξοδο», την ρούγα, αυτήν τη μικρή «εκκλησία του δήμου»!

Εκεί εύρισκαν ευκαιρία να ειδωθούν, να ξεκουραστούν, και άλλες να πλέξουν, ή να γνέσουν το μαλλί με τη ρόκα τους! Καθόντουσαν και γέροι, οι νεότεροι περνούσαν για λίγο και τους έλεγαν κανένα νέο, ή τις τσίγκλαγαν για να κάνουν πλάκα, γιατί μερικές ήταν και αθυρόστομες!

Μια μέρα περνώντας μπροστά από τη ρούγα ο μπάρμπα Λιάς λέει για καλαμπούρι: «Ε ρε και να ήμουνα γυναίκα, όλη μέρα σπίτι, και το βράδυ στη ρούγα! Θα πιαστείτε»!

Πετάγεται η θειά Κώτσαινα που δεν άφηνε κουβέντα να πέσει κάτω, και για να πειράξει στο πρόσωπο του τους άντρες που υποτιμούσαν τις δουλειές των γυναικών στο σπίτι, του λέει το στιχάκι: «Καματεύεις σεργιανίζεις σκάβεις και παιχνιδιαρίζεις. Έλα πιάσε και το ρόκο για να δεις πως είναι ο κόπος», και η κουβέντα κόπηκε εδώ! Δεν έπινε η γάτα ξίδι!

Ο μπάρμπα Λιάς δεν ήταν απ’ αυτούς που δεν συμμερίζονταν την κούραση των γυναικών στο σπίτι, απλά βρέθηκε στον λάθος τόπο, τον λάθος χρόνο!

Η κάθε γυναίκα έπαιρνε το μαξιλάρι της που το είχε γεμίσει με πούπουλα από τις κότες που έσφαζε, ή από τα πούπουλα των πουλιών που μάδαγε από τα κυνήγια, για να κάτσουν πάνω στα αγκωνάρια και στα σκληρά κοτρώνια που είχαν αραδιάσει στη σειρά ή ημικυκλικά, και έπαιρνε και μια ποδιά να τυλίγει τα πόδια της για τα κουνούπια. Οι πιο παχιές βολευόντουσαν και χωρίς μαξιλάρι, πάνω στην σκέτη πέτρα! Η θειά Τάσαινα έφερνε το σκαμνάκι της ντυμένο με δέρμα αλεπούς που σκότωνε ο μπάρμπα Τάσος αβέρτα, και πήγαινε τότε τα πόδια της αλεπούς στο Δασαρχείο και παίρνανε επιδότηση γιατί είχαν επικηρυχτεί από το κράτος σαν επιβλαβή άγρια ζώα! Για να την κοντράρει η θειά Μήτσαινα του Μαραγκού, έφερνε το σκαμνάκι της ντυμένο με το δέρμα ενός λαγού, γιατί πως θα μάθαιναν όλοι ότι ο μπάρμπα Μήτσος σκοτώνει λαγούς κάθε μέρα, ο οποίος μπάρμπα Μήτσος είχε κρεμάσει στην άκρη του κομπολογιού του μιαν ουρά λαγού, και την ανέμιζε στο καφενείο!

Στην ρούγα κουβέντιαζαν τα πάντα, ανέλυαν την καθημερινότητα με τον δικό τους τρόπο, όπως το καταλάβαιναν, και έτσι κάνανε το κουμάντο στο σπίτι. Συζητούσαν «μεταξύ τυρού και αχλαδιού» και τα όχι σοβαρά θέματα, και τα ευτράπελα, και διασκέδαζαν! Πάντα γύρευαν την γνώμη των μεγαλύτερων γυναικών σε ό, τι τους απασχολούσε. Εκεί γινόταν ανταλλαγή γνωμών και πληροφοριών, με τι καταπιάστηκε η κάθε νοικοκυρά την ημέρα που πέρασε, τι φαγητό μαγείρεψε, και την τέχνη που βάζει για να γίνουν νόστιμα τα φαγητά της. Υπήρχε και μπόλικο καύχημα για τους άντρες τους, τα παιδιά τους, τα ζώα τους, τη σοδειά τους, κ.α! Χαρακτηριστικά θυμάμαι από παιδί, όταν το κυνήγι πήγαινε καλά, οι γυναίκες για να κάνουν επίδειξη και να παινέψουν τους άντρες τους κυνηγούς, μαδούσαν τα πουλιά ή στη ρούγα. ή όταν έβγαιναν από το σπίτι κόλλαγαν στη μαντήλα τους και στο φουστάνι τους κανένα πούπουλο από τρυγόνι, ή πέρδικα. Έτσι όλη η ρούγα μάθαινε για τα κατορθώματα των κυνηγών, και έτσι δεν αμφισβητούσε κανείς τις ικανότητες τους.

Η κάθε μια νοικοκυρά έφερνε και κάτι στη ρούγα. Άλλη δροσερό νερό στη βίκα, άλλη φρούτα, άλλη καρπούζι, πεπόνι, ή σταφύλι με τυρί, άλλη κουταλίδες με μέλι για να περνάει η ώρα, και αυτό ήταν και το βραδινό τους. Στραγάλια και πασατέμπους δεν έφερναν γιατί δεν υπήρχαν δόντια. Όσες έτρεφαν γουρούνια, είχαν σπίτι λούπινα, διάλεγαν τα καλά και τα έφερναν στην ρούγα, τα ξεφλούδιζαν και τα έτρωγαν, και φεύγοντας άφηναν μια στοίβα φλούδες!

Εκεί άκουγες από τις γερόντισσες ιστορίες για φαντάσματα, νεράιδες, για «το κακό το μάτι» και το ξεμάτιασμα, το σταύρωμα, και αρκετό κουτσομπολιό . Πολλές φορές αναστενάζοντας μίλαγαν για τους καημούς και τις χαρές της νιότης τους που πέρασε και πια δεν ξαναγυρνάει, και εκεί πρωτακούσαμε το γνωστό: «μαύρα μου νιάτα, κει που τσαλακωθήκατε»! Όσες κακοπέρναγαν στην ζωή τους, βλαστήμαγαν την κακούργα τύχη τους που τους έριξε σε «χέρια Αγάρινα» όπως έλεγαν, αφού τις πάντρεψαν με το στανιό και χάσανε την ευκαιρία να πάνε στο «ξωτερικό» και ν’ ανοίξει εκεί η τύχη τους, μιας και είχαν πρόσκληση από κάποιο συγγενή! Κι αν κυλούσε στα μάγουλα και κανά δάκρυ, το έκρυβε το σκοτάδι!

Πολλές φορές περίμεναν τους άντρες τους να γυρίσουν από την αγορά, να τους ρωτήσουν ποιον είδαν και τι άκουσαν, και αφού ενημερώνονταν, τράβαγε η μία την άλλη να σηκωθούν γιατί είχαν κουτσουριαστεί, και κάθε μια αναχωρούσε για το κονάκι της αγκαζέ με τον γέρο της!

Οι ρούγες ζωντάνευαν και στα πανηγύρια, στις γιορτές, και στις απόκριες! Στην γειτονιά μας η ρούγα κάτω από το σπίτι μας γινόταν απέραντη, όταν στον θερινό σινεμά που φαινόταν από παρά δίπλα χωρίς να πληρώσεις εισιτήριο, παιζόντουσαν Ελληνικές κωμωδίες, ή ταινίες με τον Ξανθόπουλο και τη Μάρθα Βούρτση, και έτρεχε το δάκρυ «κορόμηλο»!

Τώρα όπου και να γυρίσεις στο χωριό, σπάνια θα βρεις ρούγα! Στης Αγιά Παρασκευής το προαύλιο στα παγκάκια ρουγεύουν όσες ηλικιωμένες απόμειναν, και πιο κάτω στις «Λάκκες» μπορεί να δεις γυναίκες να μαζεύονται στο πεζοδρόμιο τη γειτονιάς, ή στο χαμηλό μπαλκονάκι της θεια Κατίνας μαζί με την Ποτίτσα , και μερικές φορές τις κόρες της και τα εγγόνια της που έρχονται να την δούν, και την Χάρη με τα εγγόνια της από την Αθήνα, την ξακουστή στην γειτονιά την Μελίνα, και στο καροτσάκι την μικρότερη! Κάθονται σε αναπαυτικές καρέκλες, λένε τα δικά τους, ακούνε τα παιδιά και τα εγγόνια, και μετράνε τους περαστικούς, αλλά ως πότε θα τις βλέπουμε!

Πιτσιρικάδες τα βράδια παίζαμε στη γειτονιά κρυφτό, και όταν τρέχαμε να κρυφτούμε πίσω τους ακούγαμε διάφορα που μας έχουν μείνει! Και όταν κουραζόμαστε από το παιχνίδι καθόμαστε με τις ώρες στη ρούγα, και δεν χορταίναμε να ακούμε ιστορίες, τις απόψεις τους για την οικογενειακή ζωή, μαθαίναμε μακρινές συγγένειες, ακούγαμε και ορμήνιες, και αυτό τις ευχαριστούσε!

Ένα σούρουπο εκεί που παίζαμε κυνηγητό κοντά στις γυναίκες, σε ένα διπλανό σπίτι ένα παιδί ξαφνικά λιποθύμησε. Έσκουξε η μάνα του, πετάχτηκαν οι γριές να βοηθήσουν, γιατρός δεν υπήρχε, και ανέλαβαν αυτές! Είχε κιτρινίσει, και η πιο μεγάλη γριά που έκανε την διάγνωση είπε ότι «λύθηκε ο αφαλός του παιδιού»! Ξαπλωμένο όπως ήταν άρχισαν με το μεγάλο δάχτυλο να το πιέζουν στον αφαλό και να το στρίβουν, σαν να ήθελαν να βιδώσουν τον αφαλό! Κόντευαν να το ξεκοιλιάσουν! Του έριχναν συνέχεια νερό στο πρόσωπο, και κάποια στιγμή που το παιδί άνοιξε τα μάτια του τους είπε ότι έφαγε αχλάδια και σταφύλια άπλυτα. Μάθαμε ότι ήταν ψεκασμένα και έπαθε δηλητηρίαση, οπότε το πήγανε στο «Κρατικό», έτσι λέγανε το νοσοκομείο της Σπάρτης.

Μια φορά μολογάγανε και μια ιστορία για τη γιαγιά μου την Πότα, και έτυχε να την ακούσω! Ήταν λέει μια βραδιά γλυκιά με φεγγαράδα και όπως καθόντουσαν οι γυναίκες στη ρούγα, κάθισε και η γιαγιά η Πότα, μια όμορφη κοπέλα «σαν τα κρύα τα νερά», ρομαντική, αρραβωνιασμένη! Πέρασε κι ο αρραβωνιαστικό της, τα είπανε για λίγο, της έδωσε ένα ασημένιο τάλιρο, την φίλησε στο μάγουλο και έφυγε! Η γιαγιά Πότα όμως σαν ρομαντική που ήταν, κοίταξε ρεμβάζοντας το γεμάτο φεγγάρι, και λέει: «Ε ρε απόψε φεγγαράδα, ό,τι πρέπει να κλεφτεί κανείς»! Το πρωί έψαχναν την γιαγιά Πότα, αλλά ήταν άφαντη! Γρήγορα το μυστήριο λύθηκε! Μόλις έφυγαν όλες από την ρούγα, ήρθε τα μεσάνυχτα καβάλα στο άλογό του το παλληκάρι που αγάπαγε η καρδιά της, παράτησε τον αρραβωνιαστικό, την πήρε πάνω στο άλογο και έφυγαν! Το τι έγινε την άλλη μέρα δεν περιγράφεται! Που να φανταστούν ότι η γιαγιά Πότα όταν ρέμβαζε το είχε κατά νου! Δεν υπάρχει «χάπι έντ» στην ιστορία, γιατί και της έφαγε το τάλιρο, και μετά από λίγο καιρό την παράτησε ο …… «Παναής»!

Μιαν άλλη φορά πέρασε από μπροστά τους στολισμένη σαν την φρεγάτα, σεινάμενη κουνάμενη, μια κοπέλα που ήταν από φτωχή οικογένεια και άσχημη, που δεν την ήθελε για γυναίκα κανείς στο χωριό! Όμως άνοιξε η τύχη της όταν παντρεύτηκε έναν «μπρούκλη» από το εξωτερικό, απ’ αυτούς που ερχόντουσαν λίγο μεγαλούτσικοι, με κάτι κουρσάρες, με κάτι πούρα σαν καλαμπόκια, γεμάτοι κοντυλοφόρους στο τσεπάκι στο πέτο του σακακιού, με χρυσά ρολόγια, δαχτυλίδια, και χρυσά μανικετόκουμπα, για να βρούν «παπούτσι από τον τόπο τους»! Τις χαιρέτησε η κοπελιά, και μόλις απομακρύνθηκε τις ακούσαμε να λένε: «Μην κοιτάς της στραβή της την αρίδα, κοίτα την ίσια της τη μοίρα»!

Οι ρούγες χάθηκαν μαζί με την μαγεία τους, και δεν έμειναν ούτε οι πέτρες, τουλάχιστον να θυμίζουν κάτι από την «βραδινή ζωή» των γυναικών!

Έτσι μεγαλώναμε και αυτά μαθαίναμε τότε τα παιδιά, μέσα από την οικογένεια και από τέτοιες κοινωνικές και συγγενικές συναθροίσεις! Συνήθως σε κάθε σπίτι ζούσαν μαζί τρείς γενιές, (παππούδες, γονείς, εγγόνια), και μεγαλώναμε με την αγνή φροντίδα και την έγνοια του οικογενειακού περιβάλλοντος, κουβεντιάζαμε, μας έλεγαν παραμύθια και αληθινές ιστορίες, μας μίλαγαν για τα παθήματά τους για να μας γίνουν μαθήματα, και μας μάθαιναν να ζητάμε και να παίρνουμε και την γνώμη των μεγαλύτερων! Η οικογένεια τότε ήταν το πρώτο σχολείο, υπήρχαν αυστηροί κανόνες και αρχές που σηματοδοτούσαν την μετέπειτα ζωή. Η ρούγα ήταν ένας πιο ευρύτερος κοινωνικός περίγυρος, κάτι σαν ένα μικρό «Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο», που έπαιζε σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση του χαρακτήρα, και την κοινωνικοποίηση του ανθρώπου! Όλα αυτά με τον χρόνο χαλαρώνουν, ξεθωριάζουν, και σβήνουν!

Σήμερα για διάφορους λόγους πολλοί επιλέγουν την μη συγκατοίκηση με τους γονείς τους! Άλλοι πάλι επιλέγουν ακόμα και να μην κατοικούν κάπου κοντά, επειδή πιστεύουν ότι οι γονείς τους καταδυναστεύουν, και οι συγγενείς τους ζηλεύουν! Πιστεύουν ότι έτσι χειραφετούνται, αυτονομούνται, και ότι θα είναι αφεντικά στο σπίτι τους! Αυτή η δήθεν χειραφέτηση, η οικονομική και οικογενειακή αυτοτέλεια που λένε ότι επιδιώκουν, είναι συνειδητή επιλογή για να απομακρυνθούν και να ξεκόψουν από την παραδοσιακή οικογένεια! Αυτή η επιλογή τους ξεκινάει από την φιλαυτία τους, την υπερβολική λατρεία του εαυτού τους, που τους κάνει ατομιστές, να μην ενδιαφέρονται για τους άλλους, ακόμη και τα παιδιά τους, αφού όπως λένε «τους τρώνε τον πολύτιμο χρόνο τους»! Έτσι αντί τα παιδιά να μεγαλώνουν στην ζεστή αγκαλιά των γονιών και των παππούδων τους, αναπόφευκτα κακομαθαίνουν στα χέρια μπέιμπι σίτερ, νέων, ξένων, και άλλης κουλτούρας. Έτσι βλέπουν ελάχιστα τους γονείς τους, και χαλαρώνουν κι άλλο οι δεσμοί.

Αλλά που ξέρουμε, μπορεί η σύγχρονη οικονομική και υγειονομική κρίση να μας ξαναφέρει στην παλιά παραδοσιακή οικογένεια, στο σπίτι και στη ρούγα, να τα ξαναθυμηθούμε, και να τα μάθουν και τα παιδιά μας από πρώτο χέρι κι αυτά! Πάντως εμείς στη γειτονιά μας, το έχουμε ήδη ξεκινήσει με την ρούγα! Ξεκινάτε το κι εσείς!