«Η καλή νοικοκυρά εις τον ήλιο κοπανίζει και εις τον άνεμο χτενίζει»

Γραφει ο Λουης Σερεμετης



«Μια πούλια ειν’ στον ουρανό, μια λυγερή στον κάμπο,
υφαίνει τα μεταξωτά, τα νεραντζιά μαντίλια.
Στον ουρανό τα ύφαινε, στον κάμπο τα λευκαίνει
και στο νερό της ποταμιάς βαρεί και τα κρουσταίνει».

«Η καλή νοικοκυρά εις τον ήλιο κοπανίζει και εις τον άνεμο χτενίζει», λέει μια παροιμία! Τα παλιά τα χρόνια λέγανε ότι στο ποτάμι και στο φως του ήλιου φαινόταν η προκοπή και η νοικοκυροσύνη της καθεμιάς!Τέτοιο καιρό που οι γυναίκες δεν είχαν δουλειές στα χωράφια, έπρεπε να ασχοληθούν και με άλλες δουλειές του σπιτιού, εκτός τις συνηθισμένες καθημερινές.

Έπρεπε πρώτα να πλύνουν με καυτό νερό το μαλλί που είχαν μαζέψει από το κούρεμα των ζώων, να το ξιάνουν, και να το χτενίσουν με τα λανάρια. Από αυτό γνέθανε τις κλωστές με τη ρόκα και το αδράχτι για να υφάνουν στον αργαλειό. Στο τέλος έπρεπε να πάνε στην νεροτριβή τα καινούργια υφαντά για να τα μαλακώσουν, και στο ποτάμι για να πλύνουν τα χοντρόρουχα με τον κόπανο.

Τα μεσημέρια κατέβαιναν στα κατώγεια που είχαν τους αργαλειούς, για να υφάνουν τα σκουτιά, όπως τα λέγανε. Εκεί τους είχαν για δροσιά, και να μην ενοχλούν με τα χτυπήματα με το χτένι. Ήταν γνωστό το χαρακτηριστικό χτύπημα του αργαλειού που γινόταν λόγος ακόμα και στα δημοτικά τραγούδια! Στον αργαλειό ύφαιναν τα λευκά, τα ριγωτά, και τα κεντητά υφάσματα. Στα ριγωτά υφάσματα το υφάδι ήταν εναλλάξ ψιλές άσπρες και χρωματιστές κλωστές. Με τα άσπρα και τα ριγωτά υφάσματα έραβαν παντελόνια, σακάκια, πουκάμισα, φούστες, γιούρντες, ποδιές, βρακιά και σώβρακα, κοντά και μακριά.

Για τα πιο βαριά υφαντά, κουβέρτες, παπλώματα, βελεντζόνια, μπατανίες, κουρελούδες, φλοκάτες, και σαΐσματα, έβαζαν χοντρές κλωστές. Τα σαΐσματα επειδή ήταν ολόμαλλα από κατσικίσιο μαλλί και δεν έπαιρναν εύκολα φωτιά, ήταν καλά στρωσίδια για το τζάκι. Όταν τελείωναν με αυτά που ήταν άμεσα απαραίτητα, ύφαιναν στον αργαλειό και το κεντητό ύφασμα. Ήταν ύφασμα με σχέδια, κυρίως για διακοσμητικά, για την προίκα των κοριτσιών τους! Έβαφαν τις κλωστές και τα ρούχα μόνες τους, και κάθε τόσο τους άλλαζαν χρώμα κυρίως σε μαύρο όταν είχαν πένθος.

Μόλις τελείωναν τον αργαλειό, όλα όσα ύφαιναν έπρεπε να τα περάσουν και από την νεροτριβή για να αποκατασταθούν σαν ύφασμα, να μαλακώσουν και να «δέσουν» μεταξύ τους τα μάλλινα νήματα και οι κόμποι. Νεροτριβή υπήρχε όπου υπήρχε μύλος. Ήταν ένας ξύλινος κάδος μισοχωμένος στο χώμα, για να αντέχει τις πιέσεις του νερού που έπεφτε από ψηλά. Δεν είχε κανέναν μηχανισμό, και όλη η δουλειά γινόταν από το νερό που έπεφτε κατακόρυφα.

Πέφτοντας το νερό με δύναμη, έδερνε και κυλούσε τα ρούχα πάνω κάτω, και αυτό το χτύπημα μαλάκωνε τα ρούχα, και τα έκανε πιο κρουστά.

Τα παλιά χρόνια που τα χωριά έσφυζαν από ζωή, κάθε μέρα στις βρύσες του χωριού και στα ποτάμια πήγαιναν πολλές γυναίκες με τα παιδιά τους.

Κανόνιζαν και πήγαιναν παρέες για πλύσιμο στο ποτάμι, και για συντροφιά, αλλά και να αλληλοβοηθηθούν. Τα ρούχα θεόβαρα, τα φόρτωναν στα ζα, έπαιρναν το χαρανί, σκάφη, σαπούνι σπιτικό, στάχτη να φτιάξουν την αλισίβα για να είναι αφράτα, λουλάκι για το λουλάκιασμα, για να αποκτήσουν τα άσπρα αστραφτερό χρώμα, και φυσικά τον κόπανο. Μαζί και τα παιδιά από το χέρι, και την νάκα στον ώμο με το νεογέννητο! Για φαγητό έπαιρναν ψωμότυρο, ελιές, ντομάτα κρεμμύδι, κανά αυγό, και ξεκινούσαν για το ποτάμι! Διάλεγε η καθεμιά το μέρος της, να είναι ξέβαθο και απαγγερό για να ανάβει η φωτιά, έβαζαν τέσσερις μεγάλες πέτρες, «κακαβόλιθρα» τις λέγανε, για να βάλουν το χαρανί στη φωτιά, έφτιαχναν την αλισίβα και άρχιζαν το πλύσιμο.

Οι ρεματιές αντηχούσαν από φωνές και γέλια, αλλά και από τον ήχο και τον αντίλαλο του κόπανου στα ρούχα, το ρυθμικό «γκάπ –γκούπ»! Πρώτα κοπάνιζαν τα ρούχα για να δουλευτούν με το σαπούνι και να καθαρίσουν με την πίεση του κόπανου, και στο ξέβγαλμα για να φύγει κάμποσο νερό για να μπορούν να τα σηκώσουν!

Η κούραση για τις γυναίκες ήταν μεγάλη, αλλά έτσι ήταν η ζωή τότε! Και όταν γύριζαν το βράδυ θα εύρισκαν τις άλλες δουλειές στο σπίτι να περιμένουν. Λέγανε ότι «η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά»! Δούλα ήταν σίγουρα! Τα παιδιά περιμέναμε πως και πως αυτές τις μέρες για αυτό το πραγματικά υπέροχο και αξέχαστο ταξίδι! Το βλέπαμε σαν μια ευκαιρία απόδρασης από το σπίτι, σαν μια διασκέδαση σε ένα μαγευτικό μέρος, που μέχρι τώρα το ακούγαμε μόνο στα παραμύθια! Για εμάς τα πιτσιρίκια, το πλύσιμο στο ποτάμι ήταν μια πολύ ωραία εκδρομή!

Είχαμε την ευκαιρία να παίζουμε όλη μέρα στο νερό με τα αδέρφια και τους φίλους μας, να φτιάχνουμε σπιτάκια με πέτρες και λάσπη, να ψάχνουμε για καβούρια, να χαζεύουμε με τους εντυπωσιακούς σάλτους των βατράχων στην ακροποταμιά, και να προσπαθούμε με ένα αγκίστρι, ή με μια απόχη να πιάσουμε τις μινίδες! Όσοι ξέρανε κολύμπι κολυμπάγανε στη «γεράνια γούρνα», που ήταν το πιο βαθύ σημείο του ποταμιού!

Γύρω από τη ζωή στα ποτάμια υπήρχαν μύθοι και δοξασίες που μίλαγαν για αερικά, νεράιδες, βατράχους και πριγκίπισσες! Όταν τα μεσημέρια φυσούσε ξαφνικά και σήκωνε σιφούνι, ή αν άκουγες απότομα το θρόισμα των πλατανόφυλλων, ανατρίχιαζες, φοβόσουν, και η φαντασία κάλπαζε! Από την μια μας έλεγαν να μην φοβόμαστε, κι από την άλλη να μην μιλάμε εκείνη την ώρα, για να μην μας πάρουν οι νεράιδες την μιλιά!

Το πλύσιμο των πιο ελαφρών και καθημερινών ρούχων γινόταν στο σπίτι κάθε Δευτέρα. Κάθε Σάββατο πλενόμαστε και αλλάζαμε, και τόσοι νοματαίοι που ήταν σε κάθε σπίτι, η σκάφη ήταν πατικωτή στο ρούχο, και γέμιζε δύο φορές! Αλισίβα, σαπούνι, σπίρτο και τρίψιμο για τα πιο δύσκολα εργατικά ρούχα, λουλάκι για τα ασπρόρουχα. Πλύσιμο και άγιος ο Θεός όλη μέρα, και το νερό κουβαλητό! Ήταν η χειρότερη μέρα για εμάς γιατί αφού έπλεναν από το πρωί μέχρι το βράδυ, το πιο εύκολο φαγητό ήταν οι φακές.

Τις περασμένες δεκαετίες ένα πολύ βασικό πρόβλημα ήταν η έλλειψη δικτύου ύδρευσης στα χωριά. Το νερό που ήθελαν για να πιουν, για να ποτίσουν τα ζώα, τους κήπους, και για τις δουλειές του νοικοκυριού, το κουβαλάγανε με τις στάμνες, τα βαρέλια και τα ασκιά από ιδιωτικά ή Κοινοτικά πηγάδια, και από δυο τρείς Κοινοτικές βρύσες. Ήταν συνήθως δουλειά των γυναικών, που τις έβλεπες ζαλωμένες, κουρασμένες, αλλά με το χαμόγελο στα χείλη!

Το κουβάλημα του νερού από το πηγάδι ή την βρύση του χωριού, εκτός από ανάγκη για κάθε νοικοκυριό, ήταν για τα κορίτσια και τις γυναίκες και μια ευκαιρία να βγούν λίγο από το σπίτι, να συναντηθούν με άλλες γυναίκες εκτός της γειτονιάς, να κουβεντιάσουν, να πουν τον πόνο τους, και να μάθουν και κανά νέο! Ήταν κάτι σαν «καφενεία των γυναικών»!

Τα δημοτικά τραγούδια τραγούδησαν την «γερακίνα» που έπεσε μες στο πηγάδι κι έβγαλε φωνή μεγάλη, ντρουμ, ντρουμ, αλλά και τους έρωτες στις βρύσες με τις κοπελιές και τους αγαπητικούς, και τις στάμνες που έσπαγαν! «Μην με δέρνεις καλέ μάνα
που’σπασα καινούργια στάμνα ….
Με πειράξανε στο δρόμο
πάει η στάμνα από τον ώμο….

Σήμερα αυτά για τον περισσότερο κόσμο, ακούγονται σαν παραμύθια! Αργότερα έγιναν τα δίκτυα ύδρευσης με χρήματα των ομογενών, και με την εθελοντική εργασία των χωριανών! Έτσι ξαλάφρωσαν οι γυναίκες από το κουβάλημα, αλλά χάθηκε μια μαγεία

Όταν στο σπίτι μας έλεγαν να τους φέρουμε νερό από την βρύση που ήταν δίπλα στον νεροχύτη και ξεσυνεριζόμαστε ποιος θα σηκωθεί, μας έλεγαν: «που να σας στέλναμε να πάτε στην Κοινοτική βρύση, ή στο πηγάδι! Τώρα πριν προλάβεις να ζητήσεις από τα παιδιά να σου φέρουν νερό, θα σου πουν «αφού θα σηκωθείς για νερό, φέρε μου κι εμένα σε παρακαλώ»!

Σήμερα τα Κοινοτικά πηγάδια έχουν τσιμεντοστρωθεί, ή έγιναν αλάνες! Οι Κοινοτικές βρύσες δεν διασώθηκαν, τουλάχιστον σαν αξιοθέατα! Τα λανάρια, τη ρόκα, το αδράχτι και τον αργαλειό, και όλα τα είδη των υφαντών, τα εκτόπισε η σύγχρονη κλωστοϋφαντουργία, και μπορείς να τα δεις σαν διακόσμηση πια σε λίγα σπίτια, και σε λαογραφικά μουσεία!

Οι κουρελούδες, τα κιλίμια, τα σαΐσματα, και τα άλλα στρωσίδια, αντικαταστάθηκαν από μοκέτες και ωραία χαλιά. Τα βαριά κλινοσκεπάσματα, βελεντζόνια, μπατανίες, κουβέρτες, αντικαταστάθηκαν από άλλα εξ ίσου ζεστά, αλλά από πιο ελαφρά υλικά, είναι ευαίσθητα στο πλύσιμο, οπότε ποτάμι και νεροτριβή τέλος!

Όλα αυτά πλέον πλένονται και φυλάσσονται μέχρι τον επόμενο χειμώνα στα ταπητοκαθαριστήρια, που αντικατέστησαν με τη σειρά τους το πλύσιμο στα ποτάμια και στις νεροτριβές! Τα περισσότερα από τα σύγχρονα ταπητοκαθαριστήρια, σαν επωνυμία έχουν ονόματα ιστορικών ποταμών, για να θυμίζουν την δύναμη και την αποτελεσματικότητα του πλυσίματος στο ποτάμι! Τα ποτάμια που είχαμε γνωρίσει στο πλύσιμο, γίνανε αγνώριστα.

Έπαψαν να είναι επισκέψιμα μέρη, είτε γιατί στέρεψαν, είτε γιατί είναι μολυσμένα και δεν υπάρχει η ζωή που είχαν! Τα παιδιά δεν συγκινούνται με ημερήσιες εκδρομές σε μαγευτικά μέρη που μπορεί να βρίσκονται δίπλα τους, και προτιμούν την «μαγεία» ενός τριήμερου σε ένα κάμπινγκ!

Τα μικρότερα παιδιά, όσα είναι τυχερά και έχουν παππούδες, μπορεί να ακούσουν και κανά παραμύθι με τους δικούς μας ήρωες, και να ξεφύγουν από τις παιχνιδομηχανές και τα κινητά. Τα περισσότερα δεν ακούνε και δεν διαβάζουν παραμύθια, και φαίνεται στο λεξιλόγιό τους! Μεγαλώνουν με τους δικούς τους σύγχρονους φανταστικούς και υπερφυσικούς ήρωες, καλούς και κακούς, και οι όμορφες νεράιδες, τα πριγκιπόπουλα, τα ξωτικά, και τα αερικά, μπήκαν οριστικά στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας»!

Οι θρυλικές σκάφες πλυσίματος, τα σπιτικά σαπούνια, οι αλισίβες, και τα σίδερα σιδερώματος με τα κάρβουνα, πέρασαν στην ιστορία! Τα παιδιά δεν αλλάζουν πια κάθε Σάββατο όπως παλιά, αλλά δύο φορές τη μέρα, Στο σπίτι τώρα πλένει το υπεραυτόματο πλυντήριο – στεγνωτήριο κάθε μέρα, και δύο φορές την ημέρα, και οι γυναίκες την ίδια ώρα μπορεί και να απολαμβάνουν τον καφέ τους στην καφετέρια, και να διαμαρτύρονται λέγοντας, «με έφαγε το πλύσιμο και το σίδερο»!

Τέλος πάντων, μπορεί σε πολλά πράγματα οι διαφορές στη σύγκριση παλιάς και νέας εποχής να είναι χαώδεις ως προς τις ανέσεις, αλλά για εμάς που τα ζήσαμε, η ομορφιά και η μαγεία βρισκόταν στην παλιά εποχή!