«Σαν πάς με δικό σου σακί στο μύλο, τότε τα ξαναλέμε»!

Γραφει ο Λουης Σερεμετης



«Στον μύλο και στον καφενέ, μην πεις το μυστικό σου»!

«Σαν πάς με δικό σου σακί στο μύλο, τότε τα ξαναλέμε»! Έτσι μας λέγανε οι γονείς μας  , όσο είμαστε ακόμα πιτσιρικάδες και δεν είχαμε μπει για τα καλά στη δουλειά να δούμε πως βγαίνει το ψωμί, ή δεν εκτιμούσαμε αυτό το λίγο που κατάφερναν να μας προσφέρουν, ή όταν ξοδεύαμε άσκοπα λεφτά! Και εννοούσαν πως θα γεμίσει το έρμο το σακί, γιατί άδεια σακιά υπήρχαν ένα σωρό! Για να γεμίσει το σακί έπρεπε να σπείρεις, να θερίσεις, και να αλωνίσεις. Είχε κόπο, αγωνία και το αποτέλεσμα αβέβαιο!

Τέτοιο καιρό τελείωνε το αλώνισμα, κι ερχόταν η ώρα όλοι να «κάνουν το ταμείο τους»! Έτσι γινότανε για κάθε εισόδημα. Οι καλόκαρδοι χαιρόντουσαν, κερνούσαν, πίνανε και ένα ποτηράκι παραπάνω να είναι καλοφάγωτα, και έλεγαν του χρόνου καλύτερα! Υπήρχαν όμως και κάποιοι άλλοι ζηλόφθονοι και μίζεροι, που τους βασάνιζε η περιέργεια να μάθουν πόσα κιλά έκανε ο άλλος, μην τυχόν και τους περάσει κάποιος. Τους έπαιρνες αμέσως χαμπάρι γιατί γινόντουσαν αδιάκριτοι, ή ρωτούσαν πλαγίως, ή μέσω τρίτων! Οι περισσότεροι για να κάνουν τον άλλο να σκάσει από το κακό του, και για να παινευτούν, αφού έτσι κι αλλιώς δεν κόστιζε και τίποτα, τα φούσκωναν και λέγανε ότι έκαναν παραπάνω σακιά. Όμως τα στάρια που τα κουβαλάγανε σπίτι, τα αδειάζαμε από τα σακιά στα κατώγια σε ξύλινα κασόνια που χωράγανε ορισμένη ποσότητα, οπότε εκεί φαινόταν η παραγωγή.

Ο κόσμος προσπαθούσε κάθε χρονιά να πηγαίνει όλο και καλύτερα, και αν δεν τα κατάφερναν δεν το έβαζαν κάτω, λέγανε δεν πειράζει, τόσα ήθελε ο Θεός τόσα έδωσε, δόξα να’χει, ας είναι καλοφάγωτο, και του χρόνου καλύτερα! Μια φορά ένας παραγωγός χολογιόταν τάχα έναν μπάρμπα που δεν πήγε καλά η παραγωγή του, και του λέει: «θα σε φτάσει λω μπάρμπα φέτος το στάρι να περάσει η οικογένεια»; Και ο άλλος του απαντάει: «αν αρρωστήσουν τα παιδιά μου, θα με φτάσει, αν δεν αρρωστήσουν θα με δανείσεις εσύ»! Εδώ σταμάτησε η κουβέντα, γιατί ο «τύπος» έγινε άφαντος!

Συνήθως αυτοί οι τύποι για να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους ρωτούσαν τους μικρούς για να μάθουν με σιγουριά, αφού λένε ότι από μικρό κι «από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια»! Πολλοί πάλι αν τους ζητούσες να ανταλλάξεις σπόρο με δικό τους που ήταν καλύτερος για καλύτερες και πιο ποιοτικές αποδόσεις, δεν σου έδιναν για να μην χάσουν την πρωτιά, και γιατί πίστευαν ότι θα έχαναν το γούρι! Άλλοι πάλι δεν έλεγαν πόσο γέννημα έκαναν μην τους ματιάσουν, ή πόσα ζώα, ή πόσα μελίσσια είχαν, γιατί πίστευαν ότι θα πάθαιναν ζημιές! Γενικά το είχαν σε κακό!

Ευτυχώς στο σπίτι δεν είχαμε τέτοιες λόξες και τέτοια κολλήματα! Όταν ρωτάγαμε για οτιδήποτε, ρωτάγαμε από ενδιαφέρον και όχι από περιέργεια. Είχε μαλλιάσει η γλώσσα τους να μας λένε να μην φθονούμε κανέναν, να μην χαιρόμαστε με την δυστυχία του άλλου, να δίνουμε, γιατί «όσα δίνεις, τόσα παίρνεις»! Μας έλεγαν να μην φοβόμαστε τίποτα και κανέναν παρά μόνο τον Θεό, και μας είχαν μάθει να μη λέμε ψέματα, γιατί «το ψέμα είναι του διαβόλου», και «όποιος μαγειρεύει ψέματα, η κοιλιά του το ξέρει»!

Μια φορά θυμάμαι με ρωτούσε επίμονα ένας συνομήλικος που τον είχε βάλει επίτηδες ο πατέρας του για να μάθει πόσο στάρι κάναμε. Εγώ δεν τον ρώτησα πόσα έκαναν αυτοί γιατί ήξερα ότι θα μου πει ψέματα, αλλά αφού επέμενε του είπα την αλήθεια. Το βράδυ το είπε στο σπίτι του, φαίνεται ότι δεν του καλάρεσε του πατέρα του και θα στεναχωρήθηκε, γιατί την άλλη μέρα έρχεται ο φίλος φουσκωμένος σαν το παγώνι, και μου λέει: «Ο πατέρας μου μου είπε να σου πω ότι, στενό σακί, φτωχού χαρά»!

Την είχα ακούσει αυτή την παροιμία, και υπονοούσε ότι τα δικά μας σακιά ήταν πιο στενά από τα δικά τους, οπότε γι αυτό ήσαν περισσότερα από τα δικά τους, κι εμείς χαρούμενοι! Ό,τι είχαν κουβεντιάσει μεταξύ τους, ο μικρός τα έβγαλε στη φόρα! Οι παλαιοί λέγανε: «Οι γνωστικοί στο φόκο, και οι ζουρλοί στο φόρο», δηλαδή οι γνωστικοί κουβεντιάζουν μεταξύ τους στο σπίτι, και οι ανόητοι τα βγάζουν στη φόρα! Την αλήθεια είπα κι εγώ για τα σακιά που γεμίσαμε, την αλήθεια είπε κι αυτός γι αυτά που κουβέντιασαν στο σπίτι τους, μόνο που στεναχωρήθηκα και με πήρε το παράπονο γιατί κατάλαβα ότι το πρόβλημά τους δεν ήταν πόσο στάρι έκαναν αυτοί, αλλά πόσο στάρι κάναμε εμείς!

Μετά το αλώνισμα, το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να πάμε με το γαϊδούρι στον μύλο ένα φόρτωμα στάρι για να πάρουμε το πρώτο «άλεσμα», για να ζυμώσουμε για το καλό με το φρέσκο αλεύρι το πρώτο ψωμί και την λαγάνα, και δίπλες!

Οι πρώτοι μύλοι στο χωριό ήσαν νερόμυλοι, λειτουργούσαν με την δύναμη του τρεχούμενου νερού που έπεφτε από ψηλά, γύριζαν οι μυλόπετρες και έκοβαν το στάρι. Υπήρχαν στην περιοχή της «Λουμπάρδας» που έτρεχε πολύ νερό στο ποτάμι, και η περιοχή ονομάστηκε «Μύλοι». Ήταν ο μύλος του Λεώπουλου, και ο μύλος του Ξαρχόγιαννη.

Σύμφωνα με την παράδοση, στους νερόμυλους και στις ακροποταμιές κατοικούσαν ξωτικά, νεράιδες και κάθε λογής δαιμονικά, και είχαν πλάσει πολλούς μύθους! Πολύ τα πίστευαν, και μάλιστα μίλαγαν και ονομαστικά για κάποιους από το χωριό, που όταν είδαν νεράιδες, και έκαναν το λάθος και τους μίλησαν, τότε αυτές τους πήραν την μιλιά!

Ο νερόμυλος είχε συνδεθεί άμεσα με την κοινωνική και παραγωγική ζωή κάθε τόπου, αφού ήταν ένα μέρος όπου μαζευότανε πολύς κόσμος. Οι μυλωνάδες καθημερινά ερχόντουσαν σε επαφή όχι μόνο με τους συγχωριανούς τους, αλλά και με κατοίκους κοντινών χωριών.

Κάθε μέρα ήσαν μέσα στη φασαρία από τους ανθρώπους, τα ζώα, και το μύλο, εξ ου και η φράση, «γίνεται μύλος»! Υπήρχε δουλειά όλο τον χρόνο, ανάσα δεν έπαιρνε η οικογένεια του μυλωνά! Αφού λέγανε ότι η μυλωνού δίψαγε, δίπλα της ήταν το αυλάκι που έτρεχε νερό, αλλά αυτή δεν άδειαζε να πάει να πιεί, και στο τέλος έσκασε από τη δίψα!

Η ζωή στο νερόμυλο έμοιαζε με παζάρι και λαϊκό πανηγύρι. Εκεί μαθαίνονταν όλα τα νέα της γύρω περιοχής, και γινόντουσαν ακόμα και προξενιά! Όποιος πήγαινε για άλεσμα αντάλλασσε νέα και σχολίαζε ό,τι συνέβαινε στην περιοχή! Ο μυλωνάς μάθαινε τα πάντα, ήξερε τα νιτερέσια όλων, και διέψευδε, ή επιβεβαίωνε κάθε είδηση! Είναι γνωστή η φράση που λέει «είναι αλήθεια, το είπανε στο μύλο», καθώς και η έκφραση «στο μύλο και στο παζάρι», υπονοώντας ότι και στον μύλο και στο παζάρι γινόντουσαν σοβαρές δουλειές!

Η εγκατάλειψη της υπαίθρου μεταπολεμικά λόγω της μετανάστευσης και της αστυφιλίας, είχε ως συνέπεια τη μείωση των παραδοσιακών καλλιεργειών και της σποράς των σιτηρών. Οι περισσότεροι νερόμυλοι εγκαταλείφθηκαν απ’ τη δεκαετία του 1950, και κακώς δεν διασώθηκαν, γιατί ήταν στοιχεία λαϊκής και πολιτιστικής κληρονομιάς! Οι περισσότεροι δεν διασώζονται ούτε ως ερείπια, και είναι κρίμα! Αυτούς τους νερόμυλους ίσα που τους θυμάμαι, γιατί με τον εξηλεκτρισμό μπήκαν στην παραγωγή του αλευριού πιο σύγχρονοι, και μέσα στο χωριά. Πηγαίναμε το στάρι σε τσουβάλια, και σε αυτά βάζαμε μετά τα πίτουρα για τα ζα. Για το αλεύρι πηγαίναμε άλλα καθαρά σακιά, υφαντά στον αργαλειό με διάφορα σχέδια, σκέτο στολίδι!

Απέναντι απ το σπίτι μας υπήρχε ο μύλος του μπάρμπα Πλούτωνα, κι εκεί ο κόσμος άλεθε τα στάρια του για χρόνια. Ερχόντουσαν από μακριά με τα μουλάρια, από την Άρνα, Ζελίνα, Ρόζοβα, Κωτσαντίνα, και άλλα Μπαρδουνοχώρια, γιατί ήταν καλός ο μύλος , αλλά και ο μυλωνάς! Ο μπάρμπα Πλούτος, έτσι τον φωνάζαμε, ήταν λεβεντόκορμος, και ξεχώριζε για τον ιδιαίτερο ψυχικό του πλούτο! Με τον γιό του τον Ηλία, είμαστε φίλοι και γείτονες, και μεγαλώσαμε μαζί τρώγοντας από το ίδιο πιάτο! Τα καλοκαίρια μαζί με άλλα παιδιά τρυπώναμε στον μύλο και χαζεύαμε με τις ώρες, και μας έπαιρνε κι ο ύπνος πάνω στα σακιά! Μας άρεσε η βουή του μύλου, και μας έκαναν εντύπωση τα βαριά μηχανήματα με τα μεγάλα λουριά, τα γρανάζια, και τα κόσκινα που ξεχώριζαν το αλεύρι από τα πίτουρα. Και όταν μας έψαχναν και ακούγαμε τις φωνές, βγαίναμε κάτασπροι από το αλεύρι, πιο άσπροι κι από τους μυλωνάδες!

Τέτοιο καιρό είχαν σχεδόν εξαντληθεί τα αποθέματα από το στάρι, και μας φαινόταν ότι από το φρέσκο αλεύρι θα ήταν πιο νόστιμο το ψωμί! Ζυμώνανε κάθε εβδομάδα δώδεκα καρβέλια, και τα σκέπαζαν ψηλά πάνω στο ράφι, και τα τελευταία καρβέλια ξερενόντουσαν, και ήταν τόσο σκληρά, που κόντευε το μαχαίρι να βγάλει σπίθες!

Κάθε Παρασκευή ιεροτελεστία! Ζυμώναμε αχάραγο, ανάβανε τον φούρνο, και όταν άσπριζαν τα «μάγουλά του» έβγαζαν τα κάρβουνα, τον καθάριζαν με την πανιάρα, και αμέσως έριχναν ένα μεγάλο χαλκοματένιο ταψί λαγάνα, που πάνω είχε χοντρό αλάτι, ή κομματάκια τυρί φέτα , ή και κοψίδια από γλίνα! Ψηνόταν πολύ γρήγορα, μοσχοβόλαγε η γειτονιά, και όταν την βγάζανε από το φούρνο, γινόταν πανζουρλισμός! Αμέσως μετά έριχναν το ψωμί, και σε μια ώρα ήταν έτοιμο. Το καλοκαίρι φτιάχνανε και παξιμάδια. Οι μυρωδιές ατελείωτες! Όσοι δεν είχαν φούρνο στο σπίτι, το ψήνανε στους φούρνους του χωριού.

Τρώγαμε πολύ ψωμί, μας έλεγαν να τρώμε ψωμί για να φτουρήσει το φαγητό που πολλές φορές ήταν λίγο, για να τυλωθούμε! Όταν τρώγαμε καμιά σούπα και μετά από λίγο πεινάγαμε, λέγανε «αν δεν φας ψωμί, δεν ογκώνεις», και «όλα είναι υφάδια της κοιλιάς, μα το ψωμί στημόνι»!

Τουλάχιστον το ψωμί δεν μας έλειπε, το τρώγαμε και σκέτο, και με μέλι, και με ζάχαρη, και καψαλιστό με λάδι, και αλειμμένο με λίπος από τη γλίνα, ή με πελτέ σπιτικό! Και αν κονομάγαμε καμιά δεκάρα, πηγαίναμε στον φούρνο του Λέκκα να πάρουμε μια φραντζόλα φρέσκο ψωμί, μαλακό, άσπρο, «χάσικο» το λέγαμε, για να το αλείψουμε με βιτάμ, γιατί είχαμε μπουχτίσει με το ντόπιο βούτυρο, για να αλλάξουμε λίγο την γεύση!

Με τα χρόνια ο κόσμος λιγόστεψε, γέρασε, και σταμάτησε να σπέρνει για το σπίτι του γιατί έφυγε για τις πόλεις, και τα άλογα και τα γαϊδούρια που έτρωγαν άχυρα και καρπό αντικαταστάθηκαν από τα μηχανήματα. Η παραγωγή σταριού γίνεται στους κάμπους σε μεγάλες εκτάσεις, δεν επαρκεί, γίνονται εισαγωγές σταριού από τις μεγάλες αλευροβιομηχανίες κι εκεί αλέθονται. Οι μύλοι στην επαρχία όπως τους ξέραμε έκλεισαν λόγω έλλειψης πρώτης ύλης σε τοπικό επίπεδο, και εξ αιτίας αυτού του ανταγωνισμού.

«Χαλασμένοι μύλοι, σβησμένοι φούρνοι» λέγανε, και έτσι είναι! Αυτές οι μοναδικές στιγμές της ζωής στην Ελληνική επαρχία με τις σπάνιες ομορφιές στους μύλους που άλεθαν, και στους φούρνους που πήγαιναν το ψωμί με τις πινακωτές, κι αυτές οι μυρουδιές από το ψήσιμο, του ψωμιού, της λαγάνας και των παραδοσιακών γλυκών για τις γιορτές, δυστυχώς χάθηκαν! Όσο για τις λαγάνες, καμία σχέση! Οι σημερινές μάλλον με κέικ μοιάζουν, και τις βλέπουμε σε κανά μνημόσυνο για συχώριο. Τα περισσότερα παιδιά δεν τρώνε ψωμί!

Οι φούρνοι στα χωριά δεν καπνίζουν πια, «ζήτω τα πρατήρια άρτου»! Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήρθανε και οι διαιτολόγοι να μας μάθουν γράμματα! Σου λένε να κόψεις το ψωμί, γιατί το ψωμί παχαίνει! Όλα θα τα κόψουμε, το ψωμί δεν το κόβουμε! Τούτο μας έλειπε!

Φάτε ψωμί, γιατί με το ψωμί μεγαλώνει ο κόσμος, και όπως πάνε τα πράματα, μακάρι να υπάρχει κι αυτό!