«Φάε κότα τον Γενάρη, κόκορα τον Αλωνάρη» λέει μια παροιμία! Τον Ιούλιο κάποτε …….

Γραφει ο Λουης Σερεμετης



Η παροιμία μιλάει για την γριά κότα που έχει το ζουμί και κάνει πεντανόστιμη σούπα τον χειμώνα, μάλιστα κάθε πρωτοχρονιά τρώμε την «βασιλόκοτα», και για τον ντόπιο κόκορα που φαίνεται ότι είναι η καλύτερη εποχή του τον Ιούλιο, αν είχε γλιτώσει από την αλεπού! Τον έκαναν κοκκινιστό με χυλοπίτες, ή με μακαρονάδα, πέντε νούμερο μακαρόνι και μυτζήθρα ντόπια, αλλά μακράν το καλύτερο μαγείρεμα για τον ντόπιο κόκορα ήταν «το μπαρδουνιώτικο», στη γάστρα με κρεμμυδάκια και μπαχαρικά περίπου σαν το στιφάδο, με κεφαλοτύρι σκληρό που το τηγάνιζαν και το έβαζαν τελευταίο πάνω πάνω! Εκλεκτό φαγητό και μεζές, τον μαγειρεύανε οι νοικοκυρές σε κάθε ονομαστική γιορτή που έκαναν σπίτι, αλλά και στο αλώνισμα, για να ευχαριστήσουν όσους βοηθούσαν! Η συνταγή είναι από τα Μπαρδουνοχώρια, χωριά της Βορειοανατολικής Μάνης! Τα Μπαρδουνοχώρια ήταν χωριά που χτίστηκαν γύρω από το Ενετικό κάστρο της Μπαρδούνιας. Ήταν κάστρο στρατηγικής σημασίας για τους Τούρκους, γιατί έλεγχαν όλη την Μάνη. Πήρε το όνομά του επειδή ήταν χτισμένο κοντά στο ποτάμι της Άρνας, τον Μπαρδουνιώτη, ή Μπαρδουνοπόταμο, ή Σμύνος, και εξ’ αυτού πήραν και το όνομά τα «Μπαρδουνοχώρια»

Το μπαρδουνιώτικο είναι «πολυμπούρικο φαγητό» λέγανε οι νοικοκυρές, και όταν καθαρίζεις μικρά κρεμμυδάκια, πέφτει πολύ δάκρυ, και το κεφαλοτύρι κοστίζει, αλλά όταν αλωνίζαμε γιορτάζαμε την παραγωγή, και το τιμούσαμε δεόντως! Την ημέρα που τελειώναμε το αλώνισμα και το κουβάλημα του καρπού και των άχυρων στο σπίτι, μοσχοβόλαγε η γειτονιά από τα μπαχαρικά , και το τραπέζι στρωνόταν! Θυμάμαι είχαμε μια γειτόνισσα , τη γιαγιά Νικολίνα, που όταν την έπαιρνε η μυρωδιά του μπαρδουνιώτικου, ερχότανε από μόνη της! Της άρεσε πολύ, αλλά καθώς είχε μείνει μοναχή της, δεν έφτιαχνε μπαρδουνιώτικο για ένα άτομο! Ο καλύτερος μεζές του κόκορα μας έλεγε είναι η πέτσα, και της άρεσε να γλύφει τα κόκαλα από το κωλοκάσι του κόκορα, το κεφάλι του, και να ρουφάει και να γλύφει τα πόδια όπως ήταν με τα δάχτυλα, καθαρισμένα βέβαια! Δεν πετάγανε τίποτα από τον κόκορα, γιατί ήταν ντόπιος και λαχταριστός! Ακόμα μου ‘ρχεται στ αυτιά ο χαρακτηριστικός ήχος από το ρούφηγμα των ποδιών που έκανε, Θεός σχωρέστην! Όταν ξετρώγαμε, δεν σκουπιζόταν, έγλυφε τα δάχτυλά της, και δεν έπλενε τα χέρια της που έπιανε τα κόκκαλα, για να μην φύγει η μυρωδιά του μπαρδουνιώτικου! Της άρεσε να τα μυρίζει και μετά το φαγητό, όπως ο γέρος της που μύριζε το ταμπάκο του και φτερνιζόταν! Όσο ζούσε και ο γέρος της, ο παππούς ο Νικολής, έσπερναν και αλώνιζαν κι αυτοί, και αφού δεν είχαν παιδιά, πηγαίναμε και τους βοηθάγαμε. Μας έφερνε στο αλώνι σε ένα κουτάκι λουκουμάκια τριαντάφυλλο, με κρύο νερό από την βίκα, και από ένα ποτηράκι μαστιχούλα, από την καλή έλεγε, και πραγματικά μοσχοβόλαγε! Μετά το αλώνι και το κουβάλημα που ήταν δύσκολο, μας καλούσαν από το σπίτι τους να μας τραπεζώσουν. Μόλις μπαίναμε σπίτι ξαπλώναμε κάτω στο κορασάνι για δροσιά, και όταν ξαποσταίναμε, ο παππούς διάταζε: «Φτιάξε ρε γριά από μια ξιδομπουκουβάλα του καθενού, ρίξε κι έναν κόμπο λάδι, που θα κάτσουμε να ζήσουμε με τα βουνά» ! Για όσους δεν ξέρουν τι είναι ξιδομπουκουβάλα, έβαζαν σε ένα βαθύ πιάτο πολύ κρύο νερό, που το πάγωναν με τον πάγο που αγόραζαν αφού δεν είχαν εκείνα τα χρόνια ψυγεία, έριχναν μια κουταλιά λάδι, μια ξίδι, αλάτι, και μπουκιές από ξερά κορίνια. Δροσιστικό φαγητό, ελαφρύ, γέμιζε η κοιλιά νερό και αέρα από το ρούφηγμα, αλλά άμα ήσουν νηστικός το ευχαριστιόσουν περισσότερο και γύρευες κι άλλο πιάτο!

Το φαγητό τους ήταν λιτό. «Το κρέας δεν μας λείπει Χριστού – Λαμπρή» λέγανε! Ο παππούς ο Νικολής ήταν ξακουστός κυνηγός, και τρώγανε πολλούς λαγούς στιφάδο και με χυλό, και πέρδικες στον φούρνο! Δεν διαφήμιζε ότι σκότωνε λαγούς γιατί θα του φαρμακώνανε τα σκυλιά, αλλά το μαρτύραγε στη γειτονιά η μυρωδιά από το στιφάδο. Για να καλυφτούν, τους μισούς λαγούς τους φτιάχνανε με χυλό που δεν μύριζε. Κάποια στιγμή τους πόνεσαν τα νεφρά τους και τα πόδια τους, και ο γιατρός τους είπε ότι τους βλάφτανε τα κυνήγια, και έπρεπε να τα κόψουν! Από τότε ο παππούς ο Νικολής κρέμασε τα άρματα! Τα Σάββατα σφάζανε κανένα «κοτερινό», και την Κυριακή το κάνανε σουπίτσα γιατί δεν είχαν δόντια. Τις μασέλες που είχαν χρυσοπληρώσει, δεν τις είχε πετύχει ο οδοντοτεχνίτης και τους χτυπάγανε στα ούλα, και γι αυτό τις είχαν πορέψει στο μπαούλο.

Τον Ιούλιο, σιγά σιγά οι δουλειές στα χωράφια όλο και λιγόστευαν, και άρχιζε μια μικρή περίοδος ξεκούρασης μέχρι που να έρθει ο τρύγος. Οι περισσότεροι τραβάγανε για θάλασσα με την οικογένεια και τους παππούδες. Ξεκαλοκαίριαζαν σε αυτοσχέδιες παράγκες που είχαν στήσει παραθαλάσσια, και τις διατηρούσαν χρόνια για να μην πηγαινοέρχονται, αφού οι περισσότεροι δεν είχαν δικό τους μεταφορικό μέσο.

Σ’ αυτές βολευόντουσαν εκ περιτροπής πολλές οικογένειες, και οι περισσότεροι πήγαιναν με τα ζα τους. Έπρεπε να κάνουν κανά μπάνιο μικροί και μεγάλοι, να μην αρρωστήσουν το χειμώνα, και να περάσουν οι πόνοι σε χέρια και πόδια!. Τους γέρους τα παιδιά τους κουκούλωναν με τα φτυάρια στην άμμο μέχρι το κεφάλι για να ιδροκοπήσουν, να βγουν με τον ιδρώτα τα άλατα για να τους περάσουν τα αρθριτικά, και να βγει ο χειμώνας! Πολλές φορές έμεναν πολλή ώρα κουκουλωμένοι στην άμμο, και όταν τους σήκωναν μετά γιατί ήθελαν βοήθεια να σηκωθούν επειδή ήταν εξαντλημένοι, η άμμος ήταν μούσκεμα από τον πολύ ιδρώτα! Ρίσκαραν τόση ώρα στην άμμο και στον ήλιο, η αντοχή της καρδιάς δοκιμαζόταν από τη ζέστη, και πολλές φορές λιποθυμούσαν από την αφυδάτωση, και κάνανε και μια βόλτα μέχρι το νοσοκομείο.

Όσοι είχαν περάσει παλιά φυματίωση, ή είχαν άσθμα, ή άλλα καρδιακά και αναπνευστικά προβλήματα, ο γιατρός τους σύστηνε να πάνε στο βουνό για την δροσιά, τον καθαρό αέρα, και το οξυγόνο! Εκεί τα πράγματα ήταν διαφορετικά, ήσυχα, χωρίς κινδύνους, και άλλο το κλίμα!

Αυτοί που είχαν ακόμα δουλειά τέτοιο καιρό, ήταν οι αγρότες που είχαν σπείρει γεννήματα. Από τον Ιούνιο τα είχαν θερίσει τα σπαρτά, τα είχαν δέσει δεμάτια, και αυτά έπρεπε να κουβαληθούν στ αλώνια του χωριού για το αλώνισμα. Ήθελε και το αλώνισμα πολλά χέρια. Είχαμε κάνει διακοπές από τα σχολεία και αρχίζαμε να κουβαλάμε τα δεμάτια με γαϊδούρια και άλογα, η και με κάρα. Μας ξυπνάγανε με το χάραμα, για να τα φορτώσουμε αφώτηγο που είχε λίγη υγρασία για να μην τρίβονται τα στάχυα κατά την μεταφορά, και τα πηγαίναμε στα θεμονοστάσια. Εκεί ο καθένας είχε τον τόπο του, κάθε χρόνο τον ίδιο, και έφτιαχνε τη δική του θεμονιά. Παλιά το αλώνισμα γινόταν με τα άλογα σε πλακόστρωτα αλώνια, και μετά περίμεναν να φυσήξει αέρας για να το λιχνίσουν να καθαρίσει ο αέρας τον καρπό από τα άχυρα. Πολύ κούραση! Είχαμε στο χωριό πέντε θεμονοστάσια.

Μετά ήρθε η βιομηχανική επανάσταση, και η εκμηχάνιση στο αλώνισμα! Στις αρχές ερχόντουσαν κάτι σαράβαλα μηχανές, που είχαν αλωνίσει από το 1940 όλο τον Θεσσαλικό κάμπο! Ήταν φορτωμένες με σκόρδα και χαϊμαλιά για να μην τις πιάνει το μάτι και παθαίνουν ζημιές, στολισμένες με διάφορα στολίδια σαν τις φρεγάτες! Απαραίτητα είχαν έναν σταυρό και την εικόνα της Παναγιάς, αλλά και άλλων Αγίων! Όμως τέτοιο χάλι που είχαν οι αλωνιστικές, ό,τι εικόνισμα και να τους έβαναν, και με όσα φυλαχτά και να τις φόρτωναν, δεν τις αποφεύγανε τις ζημιές, με αποτέλεσμα να καθυστερούν, και αν έπιαναν στο αλώνισμα και βροχές, γινόντουσαν και ζημιές , και ο κόσμος αγανακτούσε. Μια χρονιά με τις πολλές ζημιές στεναχωρήθηκαν όλοι, και οι άνθρωποι της μηχανής, αλλά και οι αγρότες. Άλλοι αρνήθηκαν να πληρώσουν γιατί χάθηκε καρπός, και τους είπαν να μην ξανάρθουν την επόμενη χρονιά! Κατόπιν ήρθαν από την Βόρεια Ελλάδα οι φημισμένες αλωνιστικές μηχανές «ΤΙΤΑΝ», και όλοι ήταν ικανοποιημένοι! Ήταν πιο σύγχρονες, κομψές, πιο γρήγορες και αποδοτικές, δεν έσπαγαν τον καρπό, και δεν χανόταν καρπός στα άχυρα.

Για εμάς τα παιδιά οι αλωνιστικές μηχανές ήταν η ατραξιόν του καλοκαιριού που τις περιμέναμε πως και πώς να έρθουν. Τ’ αλώνια ήταν ο τόπος που περνούσαμε τις περισσότερες ώρες της ημέρας, γιατί προσέχαμε μην γίνει καμιά ζημιά, ή καμιά κλοπή στις θεμονιές μας! Μας φώναζαν να μην γυρίζουμε τα μεσημέρια στον ήλιο, να φορέσουμε κανά καπέλο να μην πάθουμε ηλίαση, αλλά δεν ακούγαμε, και όλη την ώρα έλυνε η μύτη μας από τη ζέστη, ξαπλώναμε, βάζαμε πανί βρεγμένο, και πιέζαμε και στρίβαμε τη μύτη μέχρι που κόντευε να την τρυπήσουμε, και μόλις σταμάταγε πάλι τα ίδια !

Όλο το αλωνιστικό συγκρότημα το, η αλωνιστική και το μπαλιαστικό για τα άχυρα, δεν ήταν αυτοκινούμενα. Τα μετέφερε ένα μεγάλο τρακτέρ, και την κίνηση την έδινε το τρακτέρ με έναν μεγάλο λουρί από απόσταση 20 μέτρων περίπου για λόγους ασφάλειας. Μόλις τις αλφάδιαζαν, ξεκίναγαν, και δούλευαν σχεδόν όλο το 24ωρο με βάρδιες. Μόλις φώναζε ο ντελάλης ότι «από Δευτέρα θα έρθει ο ΤΙΤΑΝ και θα κάνει αρχή από τα Αλαημπεγιώτικα αλώνια», ΤΙΤΑΝ λέγανε την αλωνιστική μηχανή, εμείς είμαστε ολόχαροι γιατί θ’ άρχιζε το πανηγύρι του αλωνισμού. Συνήθως της έπαιρνε δέκα μέρες για να τελειώσει το αλώνισμα στο χωριό. Το προσωπικό που ερχόταν ήταν ο ιδιοκτήτης του αλωνιστικού συγκροτήματος, ο οδηγός, και ο μηχανικός. Τους υπόλοιπους εργάτες που χρειάζονταν, τους έβρισκαν από τα μέρη που αλώνιζε η μηχανή. Δούλευαν συνήθως νέοι και δυνατοί άντρες, παιδιά από το χωριό, φοιτητές μιας και είχαν διακοπές, για το χαρτζιλίκι τους. Άλλοι κουβαλούσαν δεμάτια, άλλος τα έβαζε στο αναβατόριο, άλλος πάνω έκοβε τα δεσίματα των δεματιών και «τάιζε» τη μηχανή, άλλος σάκιαζε τον καρπό, και άλλος ήταν στο μηχάνημα που ακολουθούσε και έδενε μπάλες τα άχυρα. Την μονοτονία της δύσκολης λόγω ζέστης δουλειάς, την έσπαγε ο παγωτατζής που γυρνούσε με το τρίκυκλο όπου δούλευε η αλωνιστική. Λες και τον έστελνε ο Θεός! Τότε γινόταν υποχρεωτική στάση να ξεκουραστούν τα μηχανήματα, και να δροσιστούν όλοι με ένα παγωτό χωνάκι. Εκείνη την ώρα ήταν ό,τι έπρεπε, και μετά συνέχιζαν!

Τα τελευταία χρόνια με τις νέες θεριζοαλωνιστικές μηχανές, χάθηκε η χάρη και η ομορφιά εκείνων των εποχών! Δεν παίρνουμε χαμπάρι πότε θερίζουν, πότε αλωνίζουν! Όλη η δουλειά, θέρισμα και αλώνισμα και κουβάλημα γίνονται σε λίγες ώρες τον Ιούνιο στο χωράφι. Ο Ιούλιος πια είναι «Αλωνάρης» μόνο στα χαρτιά, και πιο ξεκούραστος από ποτέ! Χάθηκαν εκείνες οι ωραίες εικόνες του θερισμού, των αλωνιών, του αλωνισμού, και οι ανεπανάληπτες στιγμές του παραθερισμού της οικογένειας του χωριού, στο βουνό, στη θάλασσα, και οι ιστορίες με τους παππούδες στην αμμουδιά! Μαζί τους χάθηκαν οι συνήθειες και τα έθιμα που τα συνόδευαν.

Εμείς πάντως που τα ζήσαμε δεν τα ξεχνάμε! Θα θυμόμαστε τις παροιμίες που είναι το συμπύκνωμα της λαϊκής σοφίας, θα τηρούμε τις παραδόσεις, και θα παλεύουμε για το κάθε τι που θα ομορφαίνει την ζωή, γιατί έτσι μας αρέσει!!!