Ο βαρελάς, το βαρέλι, το κρασί

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος



Πήρε στα χέρια του το ξύλο του δάσους . Το κοίταξε καθώς ο παππούς κοιτάζει το εγγόνι που αφήνεται στην αγκαλιά του . Το χάιδεψε σφιχτά για να νιώσει τις φλέβες του ξύλου κάτω απ’ τη τραχιά παλάμη του . Ανάσανε βαθιά για να μυρίσει το ρετσίνι του και να πάρει τα μυστικά της καρδιάς του .

Στοργικά, με φροντίδα, γνώση και υπομονή το πελέκησε για να του δώσει σχήμα και μορφή. Τ’ άφησε ν’ απαγκιάσει. Να ηρεμήσει. Να γίνει φιλικό και συνεργάσιμο. Κι όταν ήρθε ο Αύγουστος («βαρελάδες και γαϊδάροι, Αύγουστο έχουνε τη χάρη») κάθισε καταγής μπροστά στο αργαστήρι και με τα σοφά του χέρια έβαλε τις αδερφούλες τις σανίδες, τις δόγες, σε τάξη. Τους πέρασε στεφάνια σιδερένια (τσέρκια) στη μέση και στο λαιμό, (δαχτυλίδια αρραβώνων πες) για να μείνουν για πάντα μαζί στη ζωή και στο θάνατο. Μ’ ένα μεγάλο ξύλινο σφυρί χτυπούσε τις «άταχτες» για να γυρίσουν πίσω στη θέση τους. Κι εκείνες, χωρίς να του θυμώνουν, υπάκουαν αμέσως. Ήξεραν πως το ’κανε απ’ αγάπη και έγνοια. Πως το ’κανε για το καλό τους και για το καλό του βαρελιού και του κρασιού. Για να ’ναι το βαρέλι στεριωμένο καλά, να μην αφήνει το κρασί να φεύγει απ’ την αγκαλιά του και να το κρατά γλυκόπιοτο και ζωντανό, ώσπου ο νοικοκύρης του να πιει και την τελευταία γουλιά.

Δούλευε, ο βαρελάς, προσηλωμένος ευλαβικά, κι είχε την ηρεμία και τη χαρά του ανθρώπου που ξέρει ΤΙ κάνει, ΓΙΑΤΙ το κάνει και ΠΩΣ το κάνει. Δύσκολη κι επίπονη δουλειά, πατροπαράδοτη από γενιά σε γενιά, μέχρι πίσω στα βάθη του χρόνου.

Κι όταν το έργο θα έχει τελέψει, θα ’ρθει – τότε – η στιγμή που τα ξύλινα παιδιά του βαρελά, θα πάρουν το δρόμο της ξενιτιάς. Σε πανηγύρια, σε μαγαζιά των πόλεων και σε παζάρια θα βρουν αγοραστές. Θα μπουν σε δροσερά και σκοτεινά υπόγεια και θα γεμίσουν το Σεπτέμβρη με μούστο γλυκό, νευρικό και ατίθασο. Σιγά – σιγά θα τον δαμάσουν. Θα ορκιστούν αιώνια αγάπη και αφοσίωση στο πιοτό του Διονύσου. Θα περάσουν μέσα στο αίμα του αμπελιού τις θύμησες απ’ το δάσος που μεγάλωσαν : Το θρόισμα της βελανιδιάς, του κέδρου, της οξιάς και της καστανιάς, τη φωνή της κίσσας, το σβέλτο πήδημα του σκίουρου στα κλαδιά, τους λευκούς χειμώνες και τα γαλάζια καλοκαίρια, το αγκομαχητό του ξυλοκόπου, το στάλισμα του κοπαδιού κάτω απ’ τα δέντρα, το γέλιο μιας γυναίκας που μάζευε το τσάι και τη ρίγανη.

Το κρασί θ’ ακούει τις ιστορίες του ξύλου και θα καταλαγιάζει ο θυμός της ψυχής του. Σιγά – σιγά θα γλυκάνει το πρόσωπό του, τα μάτια του θα νυστάξουν και θ’ αποκοιμηθεί βαθιά στην αγκαλιά του βαρελιού. Όταν ξυπνήσει με το καλό (κάπου εκεί τ’ Αγιοδημητριού) χαρούμενο κι ανυπόμονο, θα περάσει ορμητικά το στενό λαιμό της κάνουλας και θα φιλιώσει με τις μποτίλιες, τις κανάτες, τα κατρούτσα και τα ποτήρια. Θ’ ακούσει σωρό παινέματα για την ομορφιά και τη νοστιμάδα του και μέσα από χείλη ζεστά και ανυπόμονα θα γίνει ένα με το αίμα του ανθρώπου. Θα φέρει χαρά, γέλιο και τραγούδι, θα γιατρέψει πόνους, θα παρηγορήσει θανάτους και χωρισμούς, θα αδερφώσει καρδιές και θα ξορκίσει μακριά τις έγνοιες. Θα μπει στην εκκλησιά και θ’ ακούσει απ’ το δισκοπότηρο το «πίετε εξ αυτού πάντες» και πάλι μες στην εκκλησιά θ’ αδερφώσει μέσα στο πανέρι, στις μέρες της γιορτής, αυτός, ο οίνος, με τον σίτον και το έλαιον και θ’ αξιωθεί της ευχής :

« …και πλήθυνον αυτά εν τη αγία Εκκλησία, τη πόλει, τη κώμη και τη νήσω ταύτην, εν τοις οίκοις των εορταζόντων και εις τον κόσμον σου άπαντα• και τους εξ αυτών μεταλαμβάνοντας πιστούς δούλους σου αγίασον.»

Κι όλα, τελικά, θα ’χουν ξεκινήσει από τα χέρια κείνου του ανθρώπου, του βαρελά, που ένα μεσημέρι καλοκαιριού, συνταίριαζε τις ξύλινες σανίδες, έξω από ένα παλιό εργαστήρι βαρελιών , που ’χε απ’ έξω κρεμασμένη μια πινακίδα : «ΒΑΡΕΛΙΑ ΑΠΟ ΚΕΔΡΟ ΓΙΑ ΜΕΡΑΚΛΗΔΕΣ», χτυπώντας τες στοργικά μ’ ένα μεγάλο ξύλινο σφυρί.

ΥΓ: Η φωτογραφία τραβήχτηκε ένα καλοκαίρι της 10ετίας του ’90 , στην Καρδίτσα, έξω από ένα παλιό βαρελοποιείο , κοντά στο Ναό του Α. Κωνσταντίνου .

 

3