Λ Σερεμετης : «Σάββατο να΄ναι μάστορα, κι ας είναι εξήντα ώρες»!

Γραφει ο Λουης Σερεμετης

«Της μαστοριάς τα βάσανα, της ξενιτιάς τα πάθη τα είδε ο ήλιος κι έσβησε και το φεγγάρι εχάθη. Τ’ ακούσανε κ’ οι θάλασσες και φούσκωσαν το κύμα, στην ξενιτιά, στη μαστοριά, εισ’ ο μισός στο μνήμα».

Έτσι έλεγε ένα τραγούδι που τραγουδούσε την αγωνία, τον καημό και τα βάσανα των ξενιτεμένων που έπαιρναν την απόφαση του μισεμού για μια καλύτερη ζωή, αλλά και των πετρομαστόρων. Είχαν κι αυτοί τα δικά τους βάσανα, ένιωθαν κι αυτοί σαν ξενιτεμένοι επειδή ταξίδευαν μακριά, και έμεναν εκεί μέχρι να τελειώσουν τις δουλειές που αναλάμβαναν, για να θρέψουν την οικογένειά τους. Είχαν κι αυτοί αγωνία για τα σπίτια και τις οικογένειές που άφηναν πίσω τους! Η φροντίδα για τα παιδιά, και όλες οι δουλειές στο χωριό έπεφταν στις γυναίκες! Τα Λαγκάδια Αρκαδίας ήταν η πατρίδα των πετρομαστόρων!

Ορεινό χωριό, άγονη περιοχή, και σπάνια έβλεπες άλλο επάγγελμα εκτός του οικοδόμου –πετρομάστορα. Το ταλέντο τους στη λάξευση της πέτρας και στο χτίσιμο, οφείλεται στις επιρροές που δέχτηκαν από τους Φράγκους που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή τον 13ο αιώνα. Στα χρόνια της επανάστασης του 1821, αλλά και όποτε τους χρειάστηκε η πατρίδα, πρόσφεραν ανιδιοτελώς τις υπηρεσίες τους φτιάχνοντας κάστρα και άλλα οχυρωματικά έργα. Περίφημοι μάστορες οι Λαγκαδιανοί, έχτισαν όλη την Πελοπόννησο! Έχτιζαν σπίτια, επιβλητικά κτίρια, σχολεία, εκκλησίες, μοναστήρια, και πολλά πέτρινα γεφύρια με την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, που ένωναν συγκοινωνιακά απομονωμένες περιοχές. Πολλά σώζονται και λειτουργούν ακόμα! Ταξίδευαν με τα πόδια, και ένα ταξίδι τους μπορεί να κρατούσε ώρες, ίσως και λίγες μέρες. Μαζί τους είχαν μουλάρια και γαϊδουράκια για το κουβάλημα των υλικών.

Νωρίς το καλοκαίρι ξεκινούσαν τα «μπουλούκια», οι πετρομάστορες με το συνεργείο τους. Υπήρχαν και περιπτώσεις που την επόμενη μέρα του γάμου, ο γαμπρός έφευγε για δουλειά και γύριζε μετά από μήνες! Στα μουλάρια φόρτωναν τον ρουχισμό, τα εργαλεία τους, και τρόφιμα. Έπαιρναν καρβέλια ψωμί, τυρί στο τουλούμι, παστό χοιρινό, και καρύδια. Για λάδι είχαν το ζωικό λίπος από το παστό. Συνήθως ο κάθε ιδιοκτήτης που χτίζανε το σπίτι του, αναλάμβανε να ταΐζει το συνεργείο και τα ζώα μέχρι να τελειώσει η δουλειά. Το συνεργείο αποτελούταν από τους μαστόρους, τα μαστορόπουλα, τους νταμαρτζήδες που έκοβαν τις πέτρες από το βουνό, τον πελεκάνο που πελεκούσε και λάξευε τις πέτρες, και τον πρωτομάστορα. Ο πρωτομάστορας επέβλεπε, οι καλύτεροι μαστόροι έφτιαχναν τα ζύγια, ξεκίναγαν τα ράμματα, έπαιρναν τις αλφαδιές, και ασχολιόντουσαν με την εξωτερική όψη του χτίσματος. Το εσωτερικό το αναλάμβαναν οι νεότεροι μάστορες. Τα μαστορόπουλα φρόντιζαν τα ζώα, κουβαλούσαν τα υλικά, έκαναν θελήματα, και κοίταζαν να ξεκλέψουν μυστικά της τέχνης από τους μαστόρους, και κάποια στιγμή να γίνουν κι αυτά πρωτομάστορες. Όταν πρωτοπήγαιναν στη δούλεψη του αφεντικού, δίνανε μια υπόσχεση, κάτι σαν όρκο τιμής, υπακοής και προσήλωσης: «Σας τάζω πως θ’ ακώ τις προσταγές των μαστόρων και του λιθαρά. Τα ζα θα τα ‘χω σαν τα μάτια μου, θα πασκίζω να φορτώνονται ούλα ίσια με τη δύναμή τους. Δε θα μαρτυρήσω μηδέ μια λέξη από τη γλώσσα μας κι όντας τρανήνω και γενώ μάστορης, στ αχνάρι του πρωτομάστορα θα πατήσω». Οι πρωτομάστορες είχαν γνωστούς σε διάφορα μέρη, που τους έκλειναν τις δουλειές.

Στη θεμελίωση κάθε κτιρίου, ο ιδιοκτήτης έσφαζε έναν κόκκορα για το καλό! Οι νοικοκυρές κρεμούσαν τέσσερις ολοκαίνουργιες πετσέτες προσώπου, μια σε κάθε γωνία του σπιτιού που θα χτιζόταν, και ξεκινούσε η δουλειά! Ήταν δώρο στον πρωτομάστορα, που τις έπαιρνε, και προίκιζε τα κορίτσια του! Το συνεργείο δούλευε όλη την ημέρα για να προλάβουν όλα να είναι στην ώρα τους! Αν τους έπιαναν και βροχές, καθυστερούσε το έργο, αργούσαν να πληρωθούν, και η οικογένεια στο χωριό δυσκολοπερνούσε! Όταν τελείωναν το χτίσιμο του σπιτιού, έφτιαχναν έναν ξύλινο σταυρό στη σκεπή και εύχονταν στον νοικοκύρη να είναι καλορίζικο, πέτρα να μην ραγίσει, και να ζήσουν να το χαίρονται! Όταν πληρωνόντουσαν, κατ ευθείαν πηγαίνανε στο ταχυδρομείο να στείλουν με επιταγή τα λεφτά στην οικογένεια.

Ήταν καλοκαιρινή δουλειά το χτίσιμο, δύσκολη λόγω της ζέστης, σκληρή, και επικίνδυνη. Μια μέρα με πολύ ζέστη είχε φτάσει και είχε περάσει το μεσημέρι, ο ήλιος βάραγε κατακούτελα, η πέτρα ζεμάταγε, και όλο το συνεργείο δούλευε ασταμάτητα! Είχε έρθει η ώρα να φάνε και να ξεδιψάσουν, αλλά ο πρωτομάστορας ο Λαγκαδιανός δεν έλεγε με τίποτα να φάνε, να ξεδιψάσουν, και να πάρουν μια ανάσα τα μαστορόπουλα που έκαναν την πιο βαριά δουλειά! Το πιο θαρρετό μαστορόπουλο αποφάσισε να μιλήσει στον πρωτομάστορα! Πως να την φέρει την κουβέντα το μαστορόπουλο, σκέφτηκε λίγο παραπάνω, και ρωτάει το αφεντικό του. «Αφεντικό προλαβαίνω να πάω μέχρι το χωριό, τα Λαγκάδια, και το μεσημέρι να έχω γυρίσει»; Η διαδρομή για το χωριό, πήγαινε- έλα, ήταν έξι ώρες ποδαρόδρομος. «Τι λες ρε ζούδι, μεσημέρι είναι τώρα», του απάντησε το αφεντικό! Και το μαστορόπουλο που τον «περίμενε στη γωνία» ετοιμόλογο όπως ήταν, τον ξαναρωτάει! «Κάνε μου, κι αφού είναι μεσημέρι γιατί δεν τρώμε»; Ήτανε μυστήριοι και πανέξυπνοι άνθρωποι οι Λαγκαδιανοί!

Όταν ήθελαν να τους φτιάξει η νοικοκυρά που δούλευαν λαλαγγίδες, ή λουκουμάδες με μέλι, έβαζαν τον μικρότερο να κλαίει και να σπαράζει! Η νοικοκυρά απορούσε τι το έπιασε ξαφνικά ενώ ήταν καλά, το ρωτούσε γιατί κλαίει, κι αυτό δεν απάνταγε! Τότε πεταγόταν κάποιος μεγαλύτερος και της έλεγε ότι ντρέπεται το σκασμένο να πει ότι θέλει λαλαγγίδες και λουκουμάδες με μέλι, αλλά άμα φτιάξεις, φτιάξε και για εμάς! Τότε η επιθυμία του παιδιού ήταν διαταγή, και μαζί με τον μικρό καλοπερνούσαν και οι μεγαλύτεροι! Τότε πληρωνόντουσαν κάθε Σάββατο, και την Κυριακή θα ξεκουραζόντουσαν λιγάκι! Όλοι περίμεναν το Σάββατο, και ιδιαίτερα το απόγευμα που το αφεντικό θα έβαζε το χέρι στην τσέπη και θα έβγαζε ένα πάκο λεφτά, και θα άρχιζε να τους τα μετράει φτύνοντας κάθε τόσο το δάχτυλο μη τυχόν και ξεφύγει κανένα παραπάνω.

Μόλις τα έπαιρνε το μαστορόπουλο, του φύλαγε το χέρι από ευγνωμοσύνη που του έδινε δουλειά, έλεγε «ευχαριστώ, να είσαι καλά αφεντικό», και ολόχαρο μονολογούσε: «Σάββατο να΄ναι μάστορα, κι ας είναι εξήντα ώρες»! Όμως τον άκουγε ο μάστορας που είχε κι αυτός έτοιμη την απάντηση, και του έλεγε: «Αλλά θα ‘ρθει κι η Δευτέρα, και θα σου πάρει ο διάολος τον πατέρα»!

Στο χωριό μας, στις Κροκεές, είχαν έρθει οικογένειες Λαγκαδιανών, χτίστες, μαραγκοί, και μια οικογένεια πετρομαστόρων, η οικογένεια του μπάρμπα Ασημάκη του Ασημακόπουλου. Παιδί ακόμα ο μπάρμπα Ασημάκης στα Λαγκάδια έμαθε τη τέχνη του πετρομάστορα, και του «κεροστιματά». Έφτιαχνε κερί από κεροστίματα που έπαιρνε από μελισσοκόμους , τα έλιωνε, και το κερί το πουλούσε κυρίως σε μοναστήρια της περιοχής, και όπου αλλού έβρισκε, ή το αντάλλασσε με το φημισμένο «μπαρούτι Δημητσάνας», ή δέρματα ζώων. Από το 1930 περίπου άρχισε να δουλεύει στη Σπάρτη, και εγκαταστάθηκε μόνιμα στις Κροκεές γύρο στο 1960. Εκτός από τις Κροκεές δούλεψε και στην ευρύτερη περιοχή της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς. Ήμερος άνθρωπος ο μπάρμπα Ασημάκης, το ίδιο και όλη η οικογένεια! Τίμιος, εξαιρετικός μάστορας, είχε πάντα δουλειά, και άφησε την σφραγίδα του στο χωριό! Και ο γιός του ο Μήτσος, εξαιρετικός μάστορας. Χτίσανε μαζί αρκετά σπίτια στο χωριό, και σουλουπώσανε κάμποσα! Το 1970 μαζί με άλλους μαστόρους ξεκίνησαν να χτίζουν τον νεκροταφειακό ναό των Αγίων Θεοδώρων που είχε γκρεμιστεί το 1966 από μια δυνατή νεροποντή. Έφτιαξαν τις μάντρες, και ανακαίνισαν γενικά τον χώρο του νεκροταφείου. Ο κόσμος ήθελε ο χώρος που βρίσκονταν αναπαυμένα τα αγαπημένα του πρόσωπα να είναι ένα στολίδι, και έτσι έγινε! Τελειώνοντας την δουλειά, λάξευσε σε μια άκρη τα αρχικά «Α.Α»! Ασημάκης Ασημακόπουλος! Την τέχνη του παππού τους του Ασημάκη, και του πατέρα τους του Μήτσου, που έφυγε για τη Σπάρτη γύρω στο 1980, έμαθαν και τα παιδιά, και απ ό,τι ξέρουμε ασχολήθηκαν κι αυτά μαζί με τον πατέρα τους με το χτίσιμο, την ανακαίνιση σπιτιών, και την συντήρηση παραμελημένων παραδοσιακών κτιρίων, δουλεύοντας υπό τις οδηγίες και την επίβλεψη του ειδικού αρχιτέκτονα μηχανικού κ. Γιώργου Γιαξόγλου.

Με τα χρόνια όμως άλλαξε ο τρόπος οικοδόμησης, ήρθαν στην ζωή μας νέες τεχνικές, το μπετόν με τα μηχανήματα, κ.α. Οι οικοδομικές κατασκευές γίνονταν ευκολότερα, σε πιο σύντομο χρόνο, αλλά και με μικρότερο κόστος επειδή δεν χρειαζόντουσαν πια τόσα πολλά εργατικά χέρια. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τα περισσότερα παιδιά των Λαγκαδιανών πετρομαστόρων να μην ακολουθήσουν το επάγγελμα του πατέρα τους. Σπούδασαν, έγιναν λαμπροί επιστήμονες, και βοήθησαν ο καθένας με τον τρόπο του το χωριό τους.

Στα χωριά δύσκολα βλέπεις παιδιά δικά μας να μαθαίνουν και να ασχολούνται με την τέχνη αυτή! Εξ αιτίας όλων αυτών των λόγων, λιγόστεψαν οι εξειδικευμένοι πετρομάστορες, με αποτέλεσμα να απαξιωθούν και να παραμεληθούν παλιά σπίτια, αλλά και παραδοσιακά και ιστορικά κτίρια με αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Το κενό με την έλλειψη πετρομαστόρων ήρθαν να καλύψουν Βορειοηπειρώτες και Αλβανοί πετρομάστορες που πλημμύρησαν την Ελλάδα.

Με την έλευσή τους, και με τα προγράμματα Αγροτουρισμού, χτίστηκαν πέτρινα συγκροτήματα ενοικιαζόμενων κατοικιών, και με την συμβολή τους διατηρήθηκαν, αναδείχτηκαν και αξιοποιήθηκαν τα παραδοσιακά κτίρια, και στηυ συνέχεια υπήρξε και οικονομικό όφελος για τους ιδιοκτήτες τους από την τουριστική εκμετάλλευση των οικημάτων! Οι Βορειοηπειρώτες πετρομάστορες δουλεύουν ασταμάτητα, συμμαζεύουν τις μάντρες, ανακαινίζουν παλιά σπίτια κυρίως Αθηναίων και ξενιτεμένων, και ομορφαίνει λίγο ο τόπος. Σπίτια στα χωριά υπάρχουν σωρό, και καλά! Αν υπήρχε και κόσμος για να κατοικηθούν, τι καλά που θα’τανε! Αυτό βέβαια είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία!

Υ.Γ: Ευχαριστώ πολύ την χωριανή κυρία Κούλα Ασημακοπούλου – Καραχάλιου, κόρη του πρωτομάστορα μπάρμπα Ασημάκη, για όλες τις πολύτιμες πληροφορίες που μου έδωσε!