ΣΧΟΛΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ : «Το συσσίτιο»

0
203

Γραφει ο Βαγγέλης  Μητράκος

Σχολικά συσσίτια …με σκονόγαλο , ολλανδικό τυρί , πλιγούρι , βακαλάο και «κρόμμυα»!
Στις σχολικές μου αναμνήσεις (3ο Δημ. Σχολείο Σπάρτης , σχ. έτος 1960-61 έως 1965-66) , δεσπόζει ένα αλουμινένιο κυπελάκι κρεμασμένο από τη λαβή στο λουρί της πέτσινης σάκας μου . Στο διάλειμμα , όλα τα παιδιά , με τα κυπελάκια μας στο χέρι , μπαίναμε στη σειρά , στο προαύλιο , μπροστά από ένα μεγάλο μαύρο καζάνι ,  που μέσα του άχνιζε το γάλα του μαθητικού συσσιτίου . Ακούγαμε ότι το γάλα αυτό ήτανε σκονόγαλο και το αραιώνανε με νερό και το βράζανε . Πολλά παιδιά το ξέραμε και από τα σπίτια μας , τότε που ερχούντανε , κατά καιρούς , κάτι δέματα από το εξωτερικό και είχανε μέσα ρούχα και διάφορα τρόφιμα σε κονσέρβες , καραμέλες , τσίχλες , σοκολάτες και σακούλες με μια άσπρη σκόνη που η μάνα μας την έλεγε σκονόγαλο και την έβραζε με νερό και γινότανε γάλα και ρίχναμε μπόλικη ζάχαρη και το πίναμε με πολλή ευχαρίστηση .

Με τη σειρά , λοιπόν , οι μαθητές του 3ου Σχολείου , περνάγαμε μπροστά από το καζάνι , όπου η αξέχαστη κυρα – Χριστίνα , με μια μεγάλη κουτάλα στο χέρι , μας γέμιζε τα κυπελάκια με ζεστό γάλα και παραδίπλα μια δασκάλα ή ένας δάσκαλος μας έδινε κι ένα κομμάτι τυρί κίτρινο προς το πορτοκαλί , που ήτανε στο στόμα μαλακό αλλά η γεύση του ήταν ασυνήθιστη για μας που άλλο τυρί από τη φέτα του μπακάλη δεν είχαμε γνωρίσει . Το τυρί αυτό το λέγανε «ολλανδικό» και βρισκότανε μέσα σε κάτι αλουμινένια κουτιά που τα ανοίγανε , βγάζανε το τυρί , το κόβανε σε κομμάτια και μα το δίνανε .

Περπατώντας , λοιπόν , τριγύρω στο προαύλιο με τα αλουμινένια κυπελάκια να μας ζεσταίνουνε τα χέρια , πίναμε το ζεστό γάλα βάζοντας άσπρα «μουστάκια» στο πανώχειλό μας και τρώγαμε το ολλανδέζικο τυρί . Κάποιοι ιδιότροποι ή καλομαθημένοι από το σπίτι τους «ασβέστωναν» με το γάλα τις μάντρες γύρω από το σχολείο και πετούσαν , όπου έβρισκαν , το τυρί . Εμείς , τα φτωχαδάκια , πίναμε όλο το γάλα μέχρι την τελευταία γουλιά και τρώγαμε κι όλο το τυρί (κι ας μην μας άρεσε και πολύ η γεύση του) . Αν μάλιστα είχαμε στην τσέπη χαρτζιλίκι καμιά δραχμούλα , αγοράζαμε από την καντίνα του σχολείου , ένα μακρόστενο ζεστό κουλούρι με σουσάμι , βγάζαμε την ψίχα (το «μαδό» , όπως το ’λεγε η μάνα μου ) και το κουφώναμε , βάζαμε μέσα το τυρί και απολαμβάναμε ένα αυτοσχέδιο νόστιμο σάντουιτς .

Αυτά γίνονταν , τότε , στις πόλεις , γιατί στα χωριά ακούγαμε πως τα παιδιά τρώγανε κανονικό φαγητό στο συσσίτιο . Εκεί , μια ανάσα μακριά από το αυστηρό σχολικό περιβάλλον , έδιναν κάθε μέρα το «παρόν» όλοι οι μαθητές , οι δάσκαλοι και η «υπηρεσία» , η γυναίκα – δηλαδή – που μαγείρευε και στη συνέχεια σερβίριζε το φαγητό του συσσιτίου . Το πρωινό στα χωριά , σε όλη τη διάρκεια της εβδομάδας , ήτανε σταθερό και περιλάμβανε (σύμφωνα με τις υπηρεσιακές οδηγίες που τηρούνταν σαν Ευαγγέλιο) γάλα (27 γραμμάρια ανά μαθητή) , άρτο (107 γραμμάρια) , ζάχαρη (10 γραμμάρια) και κακάο (1,5 γραμμάριο) . Στο μεσημεριανό  συσσίτιο τα μακαρόνια και τα όσπρια (ιδιαίτερα τα φασόλια), είχανε την τιμητική τους , αλλά οι μαθητές έτρωγαν και βραστές πατάτες , πλιγούρι (μπουλουγούρι) , κοκκινιστό βακαλάο και  μαγειρευτό κρέας . Η δομή του εβδομαδιαίου προγράμματος γευμάτων επαναλαμβανόταν με ευλάβεια καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους , εκτός – βέβαια – κάποιων ελάχιστων εξαιρέσεων , όπως τις γιορτινές ημέρες των Χριστουγέννων και την περίοδο της Σαρακοστής . Όπως και στο πρωινό , έτσι και στα γεύματα , οι μερίδες ήτανε σταθερές . Σύμφωνα με τις υπηρεσιακές διαταγές σε κάθε μαθητή αναλογούσαν για μεσημεριανό 80 γραμμάρια μακαρόνια , 10 γραμμάρια μυζήθρα , 25 γραμμάρια λίπος , 3 γραμμάρια αλάτι , 214 γραμμάρια ψωμί , 10 γραμμάρια φασόλια , 25 γραμμάρια  λάδι , 9 γραμμάρια κρόμμυα και 120 γραμμάρια βακαλάος .

Από το Ημερολόγιο Μαθητικού Συσσιτίου του δημοτικού σχολείου της Καρυάς Αργολίδας , του Φεβρουαρίου 1966 , παίρνουμε , σήμερα , μια ιδέα για το εβδομαδιαίο πρόγραμμα των γευμάτων του σχολικού συσσιτίου :

Δευτέρα : μακαρόνια , μυζήθρα , λίπος , πελτές , άλας , άρτος .
Τρίτη : φασόλια , λάδι , κρόμμυα , πελτές , άλας , άρτος .
Τετάρτη : πλιγούρι , λίπος , πελτές , κρόμμυα , άλας , άρτος .
Πέμπτη : βακαλάος , πατάτες , κρόμμυα , πελτές , λάδι , άρτος .
Παρασκευή : μακαρόνια  πελτές , λάδι , άλας , άρτος .
Σάββατο : φασόλια , πελτές , κρόμμυα , λάδι , άλας , άρτος .

Η λειτουργία του σχολικού συσσιτίου και η απόδοση λογαριασμού για το ΤΙ δαπανήθηκε, ΤΙ αγοράστηκε , ΤΙ περίσσευμα υπήρξε κλπ ήτανε ευθύνη του Διευθυντή του Σχολείου , ο οποίος υποχρεούτο να τηρεί Βιβλίο Μαθητικού Συσσιτίου με αναλυτικές – καθ’ ημέραν – καταγραφές . Δηλαδή , μια φοβερή γραφειοκρατική λειτουργία για τους δασκάλους εκείνων των εποχών που δούλευαν , οι καημένοι , πρωί – απόγευμα , έξι μέρες τη βδομάδα , την Κυριακή είχαν εκκλησιασμό και πέραν τούτων ένα σωρό άλλες (άσχετες με το λειτούργημά τους) υποχρεώσεις με τις οποίες τους φόρτωνε  , ως υποζύγια , αμισθί ,  το ελληνικό κράτος . Η αποθέωση της τραγικής και φαιδρής , συνάμα , γραφειοκρατικής αντίληψης και αγκύλωσης γύρω από το σχολικό συσσίτιο φαίνεται και από το παρακάτω έγγραφο του Επιθεωρητού και Προέδρου της Επιτροπής μαθητικών Συσσιτίων της Β΄ Περιφερείας Φθιώτιδος με έδρα το Λιανοκλάδι , της 24ης Φεβρουαρίου 1967 , που απευθύνεται προς τους Δ/ντές των Δημοτικών Σχολείων «εις ά λειτουργούν μαθητικά  συσσίτια» :

«Επικειμένης της παραλαβής της νέας γαλακτούχου κόνεως C.S.M. εις αντικατάστασιν της άχρι τούδε χρησιμοποιηθήσης γαλακτοκόνεως , παραθέτωμεν κατωτέρω τον τρόπον παρασκευής του είδους τούτου ως πρωινού ροφήματος , ως ούτος αναγράφεται εν τη υπ’ αριθμ. 17387/9-2-67 , Διαταγή του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας .

Α) Δόσις : 150 γραμ.  νερό κρύο , 20 γραμ.  C.S.M. και 10 γραμ. ζάχαρη .

Β) Εκτέλεσις : Αναμειγνύομεν καλά την σκόνην C.S.M. με την ζάχαρην , προσθέτομεν το νερό και ανακατεύομεν έως ότου διαλυθεί το C.S.M. , το βράζουμε επί 15΄λεπτά και ανακατεύομεν διαρκώς . Η ποσότης γεμίζει ένα κύπελλον και αντιστοιχεί με μίαν μερίδα .

Κατόπιν της υπ’ αριθμ . πρωτ. 24287/20-2-67 τηλεγραφικής διαταγής του Προϊσταμένου μας Υπουργείου , παρακαλούμεν  , όπως , άμα λήψει παρούσης , μειώσητε την ποσότητα του τεΐου από 1 γραμ. εις ½ του γραμ . Η μείωσις αύτη καθιστά το ρόφημα εύληπτον με την καθορισθείσαν ποσότητα σακχάρεως των 13 γραμμαρίων κατά μερίδα .»

Το σχολικό συσσίτιο έγινε και θέμα παιδικών και άλλων τραγουδιών , όπως , π.χ. το σατιρικό τραγουδάκι του Σ. Χατζηνικολάου που δημοσιεύθηκε στη μαθητική εφημερίδα Ε΄ Γυμνασίου Αρρένων Θεσσαλονίκης ,  στο φύλλο της 15ης Ιανουαρίου 1947 :

Το συσσίτιο

Από μέρες έχουν πει
κι έχει διακοινωθεί
πως συσσίτιο θ’ αρχίσει
με πλουσία συλλογή.

Κι ο κυρ-Κότσιρας φωνάζει
κι έχει βγάλει διαταγή
ο καθένας πρέπει νάχει
ένα πιάτο ή ένα κουτί.

Επιτέλους ήρθε η μέρα
ήρθε η ώρα κι η στιγμή
τρέχουν όλοι για να πάρουν
το λαχταριστό φαγί.

Παίρνουν πρώτα πρωινό
ω! του θαύματος αυτό
δυο κυτία γαλατάκι
κι εκατό κιλά νεράκι.

Τι..! Το μεσημεριανό,
στον καθένα μαθητή
δυο λουκάνικα μοιράσαν
τυλιγμένα σε χαρτί.

Κι ο Γυμνασιάρχης
με χαρά
μας υποσχόταν
και αναδρομικά !

Φυσικά δεν ξεχνιέται και το άλλο σατιρικό τραγουδάκι της Κατοχής που έγινε πανελλήνιο και διαχρονικό και κατάγγειλε – με τον δικό του τρόπο – πώς μερικοί και μερικές «φτιάχτηκαν» με τα λεφτά που έκλεβαν από τα συσσίτια :

Πατάω ένα κουμπί
και βγαίνει μια χοντρή
και λέει στα παιδάκια
νιξ φαΐ.

Πατάω κι άλλο ένα
και βγαίνει μια χοντρέλα
και λέει στα παιδάκια
νιξ σαρδέλα.

Θα πάω να το πω
στον Ερυθρό Σταυρό
πως είσαστε
συνένοχες κι οι δυο.

Κι εσύ μωρή μαντάμ
που κλέβεις τα κουκιά
και κάνεις τα μαλλιά σου
περμανάντ.

Κι εσύ με τα ρολό
που κλέβεις το χυλό
και κάνεις παπουτσάκια
με φελλό.

Μην τα ξαφρίζεις πολύ
γιατί είναι όλο ζουμί
μην ρίχνεις και νερό
δεν είναι καθαρό.

Η ιστορία των μαθητικών συσσιτίων ξεκινά από τη 10ετία του ’20 (ενδεχομένως και παλαιότερα ) . Μέσα σ’ εκείνες τις ζοφερές 10ετίες τα μαθητικά συσσίτια έσωσαν πολλά Ελληνόπουλα από την πείνα . Είναι  χαρακτηριστικό το γράμμα που έγραψε στα 1930 ένας δάσκαλος από ένα μεγάλο χωριό της Πελοποννήσου προς τον τότε  Διευθυντή της Σχολικής Υγιεινής  στο Υπουργείο Παιδείας.

20 Μαρτίου 1930

«Αγαπητέ μου ,  χαρακτηριστική εικόνα  της  τροφής που τρώνε τα  Ελληνόπουλα  του

δημοτικού σχολείου που διευθύνω σας δίδει το εξής περιστατικό :

Μόλις έφθασα εδώ τον Οκτώβριο και ανέλαβα το σχολείο , μου έκανε εντύπωση ότι λίγη ώρα προ του μεσημεριού , όλα τα παιδιά , σχεδόν , ζητούσαν άδεια και έβγαιναν στην αυλή του σχολείου μαζί με το καλαθάκι ή το μανδήλι τους , που είχε τη μεσημεριανή τροφή τους .

Γνωρίζετε πως το σχολείο μου είναι στο μέσο δύο χωριών και επειδή η απόστασις είναι μισή ώρα , περίπου , από κάθε χωριό , οι μαθητές μένουν όλη την ημέρα και τρώγουν στο σχολείο το μεσημέρι , γι’ αυτό φέρουν το φαγητό των από το σπίτι των .

Εδοκίμασα , λοιπόν , την μεγαλύτερη έκπληξη , όταν βρήκα την αιτία της εξόδου των παιδιών : Αναγκάζονται , μισή ώρα πριν , να μουσκεύουν το ψωμί τους στο νερό μέσα στο τενεκεδάκι , που εχρησίμευε για ποτήρι . Γι’ αυτό έβγαιναν και πήγαιναν στη βρύςι. Εξήτασα το περιεχόμενο του καλαθιού ή του μαντηλιού μέσα εις το οποίον είχαν την τροφήν των και τι νομίζετε ανεκάλυψα ! Το φαγί των ήταν ένα κομμάτι ψωμί σκληρό μαύρο , που μόνον με τσεκούρι κόβεται . Για προσφάγι είχαν ένα κομμάτι ρέγγα ή μάλλον τα λείψανα αυτής , ή λίγο τυρί και τίποτε άλλο . Σας στέλλω , επίτηδες , ένα κομμάτι ψωμί δια να μη με νομίσετε υπερβολικό . Τώρα πώς θα τραφούν αυτά τα παιδιά , πώς θα μεγαλώσουν και πώς θα αντιμετωπίσουν τα μολυσματικά νοσήματα που τα επαπειλούν ή τη λερναία ύδρα που λέγεται ελονοσία, αγνοώ !…»

(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό του Ερυθρού Σταυρού Νεότητος , Μάιος 1930).

Μεταπολεμικά , τα μαθητικά συσσίτια ξεκίνησαν και πάλι το 1946  και με διάφορες μορφές  , τροποποιήσεις και παραλλαγές κράτησαν ως τα 1969 οπότε και καταργήθηκαν για να επανέλθουν , δυστυχώς , με τη μορφή «σχολικών γευμάτων» , μέσα στην περίοδο των γενοκτόνων Μνημονίων , όταν παρουσιάστηκε το θλιβερό φαινόμενο  παιδιά να λιποθυμούν από πείνα μέσα στα σχολεία .

Αθάνατη κι αιωνία Ελλάς , Ελλάς των συσσιτίων !!!