Β Μητρακος : Η Δεκοχτούρα

0
148

Γραφει ο Βαγγέλης Μητράκος

«Δεκοχτώ , δεκοχτώ , δεκοχτώ …» !

Καθισμένη πάνω στο φωτιστικό της μικρής μας πλατείας , μια δεκοχτούρα επαναλάμβανε ρυθμικά , τον αριθμό που σφράγισε τη ζωή της πάνω στην ελληνική γη .

Ποιος ξέρει σε ποιο σκαλοπάτι του χρόνου καθόταν εκείνος ο παππούς ή εκείνη η γιαγιά, που όταν το εγγονάκι ρώτησε : «τι λέει παππού …τι λέει γιαγιά εκείνο πουλί ;» κάθισαν κι έπλεξαν πάνω στο στημόνι της καρδιάς , με το υφάδι  του μυαλού και της πείρας της ζωής , την ιστορία της δεκοχτούρας . Μέσα σ’ αυτήν την πνιχτή φωνή που βγαίνει απ’ τα στήθη του πουλιού , άκουσαν (με τη σοφία που τους είχαν προικίσει οι αιώνες) έναν πόνο κι ένα σπαραγμό κι ένα παράπονο . Και με τη γλώσσα που είχαν μάθει μέσα στον βιβλικό παράδεισο , για να μιλάνε με τα ζωντανά πλάσματα , «κατάλαβαν» ΤΙ έλεγε τούτο το πουλί :

«Δεκοχτώ , δεκοχτώ , δεκοχτώ …» !

Και η ψυχούλα τους έπλασε τούτη τη μαγιά κι έφτιαξε τη θλιβερή ιστορία της δεκοχτούρας :

«Η δεκαοχτούρα ήτανε φτωχή κόρη αλλά πολύ όμορφη και γι’ αυτό καλοπαντρεύτηκε με κάποιο καλό νοικοκυρόπουλο του χωριού της , που ήτανε και ράφτης . Η πεθερά της δεκοχτούρας , όμως ,  ήτανε κακιά και μοχθηρή , βασάνιζε την νύφη της και ζητούσε αφορμές να την παιδεύει.

Μια μέρα την έστειλε στο φούρνο με μία τεράστια πινακωτή με 18 στάρινα καρβέλια. Στην επιστροφή της νύφης η πινακωτή μοσχοβολούσε .

Η πεθερά της , μόλις έφτασε η νύφη , χίμηξε να μετρήσει τα καρβέλια .Τα βρήκε 18 , σωστά . Για να παιδέψει όμως τη νύφη της , φωνάζει τον γιό της και του λέει πως τα καρβέλια που της έδωσε ήταν 19 .

– Περνώντας από το σπίτι της μάνας της , της έδωσε φαίνεται το ένα ! Είπε η πεθερά. Τι την κρατάς την παλιογυναίκα ; Μας κλέβει το ψωμί μας ! Μας κλέβει το σπίτι μας ! Πήγε στο φούρνο με 19 καρβέλια και έφερε 18 .

-Που είναι το άλλο καρβέλι γυναίκα ; ρωτάει ο άντρας της .

– 18 ψωμιά πήγα στον φούρνο , 18 έφερα , λέει η νύφη .

Δεν χάνουν καιρό η πεθερά και ο άντρας της ,  της ρίχτηκαν μαζί για σκοτωμό !

 -Παναγιά μου , σώσε με» !  φώναξε τότε η άμοιρη νύφη . Και  η Παναγία τη λυπήθηκε και την έκανε πουλί !!!

Από τότε πιάνει τις κορυφές των δέντρων , τις στέγες των σπιτιών και φωνάζει συνεχώς των αριθμό των καρβελιών , δεκοχτώ …δεκοχτώ …δεκοχτώ !!!

Σε πολλά μέρη οι γυναίκες , όταν την ακούνε , της  λένε με συμπόνια :

-Ναι ,  κυρά μου , δεκοχτώ , ας το αρνιέται η κακούργα η πεθερά σου .»

 Την λαϊκή αυτή παράδοση τη φιλοτέχνησε σε δεκαέξι τετράστιχα ο Γεώργιος Βιζυηνός:

«Πώς το λένε το πουλάκι
που στα δέντρα πεταχτό
κελαδεί κάθε λιγάκι
δεκαοχτώ, δεκαοχτώ

Ήταν άλλοτε η καημένη
κοριτσάκι διαλεχτό
χρόνοι τώρα περασμένοι
δεκαοχτώ, δεκαοχτώ


(
κι όταν η πεθερά σήκωσε το μαχαίρι να σφάξει την νύφη της):

Ο Θεός γυρνά το χέρι
στο κακό της εαυτό
και πληγές της καταφέρνει
δεκαοχτώ, δεκαοχτώ

και την νύφη μεταβάλλει
σε τρυγόνι φτερωτό
που ως τώρα ακόμα ψάλλει
δεκαοχτώ, δεκαοχτώ.»

 Η επιστημονική ονομασία της Δεκοχτούρας είναι Streptopelia decaocto . Η πρώτη λέξη είναι σύνθετο κατασκεύασμα από το στρεπτός ή το στρεπτόν, που ήταν στ’ αρχαία ο δακτύλιος , το κολάρο, και το πέλεια που θα πει περιστέρι ενώ το decaocto είναι ο ελληνικός αριθμός δεκαοχτώ.  Επομένως έχουμε εδώ ένα «περιστέρι με κολάρο που φωνάζει δεκαοχτώ» .Έως τα τέλη του 19ου αιώνα οι Δεκοχτούρες δεν υπήρχαν στην Ευρώπη . Ζούσαν σε μια περιοχή μεταξύ Ινδίας και Τουρκίας . Το 1900 με 1920 επεκτάθηκαν στα Βαλκάνια και μετά στην βορειοδυτικότερη Ευρώπη .

Η Δεκοχτούρα (Steptopelia Decaocto), είναι πουλί της οικογένειας των περιστεριδών κι έχει μήκος 20 -25 εκατοστά . Το χρώμα της είναι γκρι-σταχτί και είναι ίδιο και στα δύο φύλα ενώ στο λαιμό της φέρει ένα χαρακτηριστικό γαϊτάνι (κολάρο) μαύρου χρώματος που την κάνει αμέσως αναγνωρίσιμη και της δίνει μια διακριτική χάρη και ομορφιά . «Αυτό το γαϊτάνι , λέει ο λαός μας , της έμεινε από τότε που βοηθούσε τον άντρα της τον ράφτη στο ράψιμο και περνούσε τις μαύρες κλωστές στον λαιμό της» .

Εκείνο που χαρακτηρίζει τη Δεκοχτούρα είναι η μακριά περιστερο- ουρά της που καλύπτει το 1/4 του σώματος της ! Είναι ενδημικό πουλί και ζει κοντά σε αγροτικούς οικισμούς , αλλά και σε πόλεις . Φυσική κατοικία της , όμως , είναι η ύπαιθρος .

Σήμερα , ευκολότερα συναντάς δεκοχτούρες στην πόλη παρά  έξω , στη φύση . Είναι κι αυτό μια περιβαλλοντική παρέκκλιση που επέβαλε ο άνθρωπος παρεμβαίνοντας αυθαίρετα στο φυσικό περιβάλλον ,  με αποτέλεσμα , πουλιά τα οποία ζούσαν στη Φύση (κοτσύφια , καρακάξες , κοράκια , δεκοχτούρες , τρυγόνια , γλάροι , κ.α),. να έχουν μεταναστεύσει στις πόλεις και να έχουν χτίσει εκεί μια νέα ζωή , με άλλες συνήθειες από εκείνες που τα προίκισε η φύση , διεκδικώντας τον χώρο τους , αυτόν που καταπατήσαμε αλαζονικά οι άνθρωποι .

Στα παλιότερα χρόνια επιτρεπόταν το κυνήγι της δεκοχτούρας , που την κυνηγούσαν γιατί γινόταν ένα υπέροχο πιλάφι . Τότε το πουλί αυτό δεν εύρισκε να φάει το χειμώνα και μετανάστευε σε θερμότερα μέρη , για να μας έλθει πάλι την Άνοιξη . Έπειτα απαγορεύτηκε το κυνήγι της, και αυξήθηκαν οι πληθυσμοί . Παράλληλα αυξήθηκε και ο όγκος σκουπιδιών και οι χωματερές κι  έτσι οι δεκοχτούρες δεν χρειαζόταν πια να μεταναστεύουν το χειμώνα . Απλά για λίγο μετακινούνταν έξω από την πόλη στα χωράφια , όπου εύρισκαν να φάνε.

Η Δεκοχτούρα συναντάται σ’ όλη την Ελλάδα και ιδιαίτερα στη Μακεδονία και τη Θράκη . Τρέφεται με σπόρους , καρπούς , έντομα , σκουλήκια , σαλιγκάρια ,  τρωκτικά κι όταν πεινάει πολύ ακόμα και με τα σκουπίδια μας . Είναι ένα πανέξυπνο και πανέμορφο πουλί . Φτιάχνει την άτεχνη φωλιά της πάνω σε κλαδιά διάφορων δέντρων από κομμάτια μικρών ριζών και ξερόκλαδα . Τις τελευταίες ημέρες του Μαΐου το θηλυκό γεννά 2 αβγά και τα κλωσσά επίμονα για 20 μέρες , περίπου ,  κάτω από την άγρυπνη παρουσία του συντρόφου της από κάποιο γειτονικό κλαδί . Τα νεογνά δεν έχουν φτέρωμα και τρέφονται με μια παχύρρευστη ουσία, που ονομάζεται «γάλα» και σχηματίζεται στον πρόλοβο των γονέων τους . Συγγενικά είδη με τη δεκοχτούρα είναι η Ζεναιδούρα , που έχει ελάχιστες διαφορές , και το τρυγόνι .

Η δεκοχτούρα , όπως κι όλα τ’ άλλα πουλιά της οικογένειας (τρυγόνια , φάσες , περιστέρια κ.α) θεωρούνται (και είναι) σύμβολα αγάπης και αφοσίωσης , αφού είναι μονογαμικά , εμφανίζονται πάντα σε αγαπημένα ζευγάρια και μένουν  πιστά και αφοσιωμένα στους συντρόφους τους έως το τέλος .

Ίσως ήταν , τελικά , επιλογή του Θεού να μας φέρει μέσα στις «γκρίζες» πόλεις που ζούμε μερικά πλάσματα από τον «Παράδεισο» που εγκαταλείψαμε . Ας τα βοηθήσουμε να ζήσουν μαζί μας . Έτσι κι αλλιώς γράφουν με χρωματιστά γράμματα πάνω στον μαυροπίνακα της ζωής μας , την πλουτίζουν και την ημερώνουν  . Φτάνουν δυο δεκοχτούρες , σε μιαν απεραντοσύνη τσιμέντου , για να φτερουγίσουν πάνω – κάτω και να μας θυμίσουν πως υπάρχει ακόμα φύση , ζωή και ομορφιά .

Γι’ αυτό , όταν ακούτε μια Δεκοχτούρα να φωνάζει «δεκοχτώ …δεκοχτώ …δεκοχτώ» πιάστε το μίτο της παράδοσης  και πείτε την ιστορία της σ’ ένα παιδί , σ’ ένα εγγόνι , σ’ ένα ανίψι , σ’ ένα γειτονόπουλο … για να μη σβηστεί ποτέ από το μεγάλο βιβλίο της Ελληνικής Δημιουργίας και Παράδοσης .

Κι αν κάποια κρύα μέρα του χειμώνα ακούσετε μια δεκοχτούρα  να σας χτυπάει το τζάμι, ανοίξτε της . Ίσως θέλει να σας διηγηθεί κάποια ιστορία !

21-6-2019