Το μετρό της Στοκχόλμης «απαγγέλλει» Γιάννη Ρίτσο!

0
55
πηγη :www.arxeion-politismou.gr
Της Νίτσας Δώρα

Οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου ομορφαίνουν το μετρό της Στοκχόλμης σε τοιχογραφία στο σταθμό Τένστα. Κάθε διαδρομή με το Τunnelbana είναι μία ασύλληπτη εμπειρία, αφού πρόκειται για μία ατέλειωτη γκαλερί τέχνης (η μεγαλύτερη στον κόσμο) μήκους 110 χιλιομέτρων!

Στο μετρό της Στοκχόλμης, ανάμεσα σε έργα τέχνης – μωσαϊκά, γλυπτά, ψηφιδωτά, κατασκευές – από 150 καλλιτέχνες βρίσκονται και οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου, από το «Γράμμα στον Ζολιό-Κιουρί», ένα καταπληκτικό κείμενο-ύμνος για την λευτεριά και την ειρήνη, που έγραψε από την εξορία του στον Άγιο Ευστράτιο, το 1950.

Ο Γάλλος φυσικός Frédéric Joliot-Curie (1900–1958), γαμβρός της μαντάμ-Κιουρί ήταν πρόεδρος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης. Σύζυγος της Ιρέν Ζολιό-Κιουρί, μαζί με την οποία βραβεύθηκαν με το βραβείο Νόμπελ Χημείας (1935) για την ανακάλυψη της τεχνητής ραδιενέργειας.

Το 1990 απονεμήθηκε στον Ρίτσο το μετάλλιο «Ζολιό Κιουρί», ανώτατη διάκριση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης.

Αυτοί οι στίχοι εκπροσωπούν τον ελληνικό πολιτισμό με τον πιο ωραίο τρόπο!

Ιδού απόσπασμα από το ποίημα:

Αη- Στράτης Νοέμβρης 1950

Αγαπημένε μου Ζολιό,

σου γράφω από τον Άη – Στράτη.

Βρισκόμαστε δω πέρα, κάπου τρεις χιλιάδες

άνθρωποι απλοί, δουλευτάδες, γραμματιζούμενοι

με μια τρύπια κουβέρτα στον ώμο μας

μ’ ένα κρεμμύδι, πέντε ελιές κ’ ένα ξεροκόμματο φως στο ταγάρι μας

άνθρωποι απλοί σαν τα δέντρα μπροστά στον ήλιο

άνθρωποι που δεν έχουμε άλλο κρίμα στο λαιμό μας

εξόν μονάχα που αγαπάμε όπως και συ

τη λευτεριά και την ειρήνη.

(…)

Ξεμάθαμε πολλά, Ζολιό,

ξεμάθαμε πώς γλιστράει το ψάρι της γαλήνης στα ρηχά της σιγαλιάς

πώς μπλέκονται οι γαλάζιες φλέβες στα χέρια της άνοιξης – ξεμάθαμε.

Μάθαμε τώρα κάτι πράματα απλά

πολύ απλά

πολύ σίγουρα

πως ο ουρανός αρχίζει απ’ το ψωμί

πως δεν είναι δίκιο άλλοι να βγάζουν το ψωμί

κι άλλοι να τρώνε το ψωμί

πως δεν είναι δίκιο να φτιάχνουν κανόνια

και να λείπουν τ’ αλέτρια, – απλά πράματα,

μπορεί κι ένα παιδί να τα πει σε μια φυσαρμόνικα της τσέπης

μπορεί κ’ ένας καλός φαντάρος που ονειρεύτηκε τη μάνα του

να τιναχτεί απ’ τον ύπνο του και να τα πει σε μια σάλπιγγα

κι οι νεκροί μας τα ξέρουν πιο καλά – κάθε νύχτα η σιωπή τους τα φωνάζει –

απλά πράματα

– δεν είμαστε σοφοί, Ζολιό,

απλά πράματα λέμε

πολύ απλά τα λέμε

πως αξίζει κανένας να ζει και να πεθαίνει

για τη λευτεριά και την ειρήνη.

(…)

Ζολιό, πες και στους άλλους αδελφούς μας

στον Έρεμπουργκ, στον Αραγκόν και στον Νερούντα,

στον Ελυάρ, στον Πικασσό και σ’ όλα μας τ’ αδέρφια

πως είμαστε δω πέρα τρεις χιλιάδες εξόριστοι

όχι για τίποτ’ άλλο, αδέρφια μου,

παρά μονάχα, να, γιατί και ‘μεις όπως και ‘σεις

σηκώνουμε στη ράχη μας ένα αγκωνάρι απ’ το καμένο σπίτι μας

να χτίσουμε για κείνους που θα ‘ρθούν ένα καινούργιο σπίτι με πολλά παράθυρα

πολλά φαρδιά παράθυρα προς την ανατολή

να μη νυχτώνει από νωρίς η καρδιά των μανάδων

να μην κοιμούνται κάθε βράδυ τα παιδιά δίπλα στον θάνατο.

Και πού θα πάει, Ζολιό; – θα λιώσουμε μια μέρα τις οβίδες

να φτιάξουμε σφυριά κι αλέτρια και μπαλκόνια και φτερά

κι ένα άγαλμα Άφτερης Χαράς στη στάση, εκεί, των λεωφορείων,

στη φτωχογειτονιά μας

στη γειτονιά μας που θα μερμηγκιάζει απ’ τα γιαπιά

κάτου απ’ τ’ ασίγαστο χωνί του χεροδύναμου μεγάφωνου των συνδικάτων

που όλο θα λέει, θα λέει σταράτα και με νούμερα

για τις τεράστιες καταχτήσεις των λαών στο πλάνο της ανοικοδόμησης

και θ’ απαγγέλλει ποιήματα των νέων προλετάριων ποιητών

για τον χαρούμενο έρωτα

για τους υδατοφράχτες

και για τον εξηλεκτρισμό του κόσμου.

Αχ, έτσι, αδέρφια μου, να μην υπάρχουν πια καμένα σπίτια

μα να ‘ναι όλος ο κόσμος ένα σπίτι ασβεστωμένο με τη βούρτσα του ήλιου

κι αχ, έτσι, αδέρφια μου, τούτο το σπίτι να το συγυρνάει μονάχα

η μάνα μας η Λευτεριά κι η πρωτοθυγατέρα της η Ειρήνη.